Description
Ιστορικές Πληροφορίες
Γνωστή και ως το ρωσικό κοινοβιακό μοναστήρι του Αγίου Όρους, η Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος αναπτύχθηκε στη σημερινή της τοποθεσία κατά τις αρχές του 19ου αιώνα.
Η αρχιτεκτονική των κτηρίων της ακολουθεί τον ρωσικό ρυθμό με τους επιβλητικούς τρούλλους. Οι στέγες των ναών δεν είναι μολυβδοσκέπαστες, όπως συνηθίζεται, αλλά καλυμμένες με φύλλα χαλκού που οξειδώνονται και αποκτούν πράσινο χρώμα.
Η γιγαντιαία κλίμακα των κτισμάτων είναι εντυπωσιακή. Στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η μονή γνώρισε τη μεγαλύτερη περίοδο ακμής της, εγκαταβίωναν εκεί περισσότεροι από 2.000 μοναχοί. Το ερειπωμένο πολυώροφο κτίσμα της παραλίας αποτελούσε τότε το νοσοκομείο. Όπως διηγείται ο Μωραϊτίδης, άποροι κελλιώτες και μοναχοί από τις διάφορες σκήτες, ερχόντουσαν με βάρκες από κάθε άκρη της χερσονήσου, προκειμένου να λάβουν την ελεημοσύνη που μοίραζε η ρωσική μονή. Στο κτήριο με τους εξώστες, δίπλα από το νοσοκομείο, μόνασε ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης.
Η κάτοψη της μονής έχει τετράπλευρο σχήμα. Ιδιαίτερα επιβλητική είναι η πολυώροφη βόρεια πτέρυγα. Ο αρχικός κτηριακός πυρήνας ήταν πολύ μικρότερος και εκτεινόταν σε ένα ορθογώνιο γύρω από το καθολικό. Η διεύρυνσή του οδήγησε στην αύξηση του περιβάλλοντος χώρου και στην ενσωμάτωση των πολυώροφων κτισμάτων που είχαν ανεγερθεί στην παραλία. Ακόμη, υπήρχαν σχέδια για την ανοικοδόμηση ενός νέου μεγαλύτερου καθολικού, πράγμα που δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί εξαιτίας των πολιτικών εξελίξεων στη Ρωσία.
Το 1143 παραχωρήθηκε με απόφαση του Πρώτου η Μονή Ξυλουργού [σημερινή σκήτη Βογορόδιτσας] σε Σέρβους μοναχούς από το Ραούσιο [σημερινό Κότορ, στο Μαυροβούνιο]. Μετά από 25 χρόνια, οι Σέρβοι μοναχοί αυξήθηκαν και το 1169 τους παραχωρήθηκε η μονή Θεσσαλονικέως, στην οποία μετακόμισαν, διατηρώντας τη μονή Ξυλουργού ως σκήτη. Η μονή έχαιρε τότε της προστασίας των Σέρβων ηγεμόνων, καθώς εκεί εκάρη μοναχός ο πρίγκιπας Ράτσκο, γιος του Στεφάνου Νεμάνια, ο οποίος έλαβε το μοναχικό όνομα Σάββας. Μετά την πτώση του βασιλείου των Σέρβων (1509), η σύζυγος του Στεφάνου, Αγγελίνα, εκάρη μοναχή και ζήτησε από τον Ρώσο Πρίγκιπα Βασίλειο Γιοβάνοβιτς (1505-33) να θέσει τη μονή Θεσσαλονικέως υπό την προστασία του. Έκτοτε οι δεσμοί με το ρωσικό κράτος ήταν ιδιαίτερα στενοί, ενώ ο αριθμός των Ρώσων μοναχών άρχισε να αυξάνεται διαρκώς μετά την εκδίωξη των Μογγόλων από τη Ρωσία (1497). Στο Γ’ Τυπικό του Αγίου Όρους, η μονή κατείχε την 5η θέση της ιεραρχίας. Στα μέσα του 16ου αιώνα αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που οδήγησαν στο κλείσιμό της. Ο Ρώσος περιηγητής Β. Γ. Μπάρσκι αναφέρει πως στο πρώτο ταξίδι του (1725/6) συνάντησε μόνο δυο Έλληνες μοναχούς και δυο Βουλγάρους, ενώ στο δεύτερο ταξίδι (1744) του δεν βρήκε κανέναν. Η μονή περιήλθε ξανά σε χέρια Ελλήνων, οι οποίοι το 1765, επί πατριαρχίας Σαμουήλ Α’ του Χαντζερή, αποφάσισαν να μετεγκατασταθούν στη σημερινή θέση του μοναστικού ιδρύματος, όπου βρισκόταν έως τότε ο αρσανάς και ο παραθαλάσσιος πύργος της μονής Θεσσαλονικέως, και όπου, το 1667, ο επίσκοπος Ιερισσού Χριστόφορος είχε κτίσει ναΐδριο αφιερωμένο στην Ανάσταση του Κυρίου. Γενναιόδωρες χορηγίες από πλήθος ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας, απογόνων της οικογένειας Καλλιμάχη, επέτρεψαν στη μονή να ορθοποδήσει οικονομικά, να ανθίσει και να επεκταθεί.
Η μονή αναγνωρίστηκε με σιγίλλιο του πατριάρχη Καλλίνικου Ε’ ως κοινοβιακή (1803). Πρώτος ηγούμενος του κοινοβίου ήταν ο ξενοφωντινός ιερομόναχος Σάββας ο Πελοποννήσιος. Με τη συνδρομή του Σκαρλάτου Καλλιμάχη οικοδομήθηκαν πολλά νέα κτήρια, καθώς και το καθολικό, που εγκαινιάστηκε το 1805 από τον οικουμενικό πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Τελευταίος Έλληνας ηγούμενος ήταν ο ιερομόναχος Γεράσιμος, ο οποίος εξελέγη το 1832. Η σοβαρή ένδεια στην οποία περιήλθαν οι ελάχιστοι πλέον μοναχοί της κοινότητας, τους ώθησε να δεχτούν (1838) στην αδελφότητά τους Ρώσους ασκητές που μόναζαν προηγουμένως σε κελλιά της Καψάλας. Ωστόσο, ο αριθμός των Ρώσων αυξήθηκε ραγδαία. Το 1869 ήταν ήδη 250-300, έναντι των 190 Ελλήνων. Ο πρώτος Ρώσος ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Μακάριος, εξελέγη το 1875. Η αύξηση αυτή του ρωσικού πληθυσμού δημιούργησε προστριβές, οδηγώντας το ζήτημα έως το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παρά τις προς το αντίθετο προσπάθειες του Αντωνίου Ψυχάρη, μέλους του κληρολαϊκού συμβουλίου, το πατριαρχείο αναγνώρισε την επικυριαρχία των Ρώσων και χαρακτήρισε τη μονή ως το «ρωσικό κοινόβιο του Αγίου Παντελεήμονος». Οι Έλληνες μοναχοί διασκορπίστηκαν σε άλλες μονές του Άθω, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απομακρύνθηκαν διά της βίας από στρατιωτικά αποσπάσματα. Μέσα σε τριάντα χρόνια ο αριθμός των Ρώσων έφτασε τις 2.000. Το πλήθος των βοηθητικών υποδομών αντανακλά τις ανάγκες του μεγάλου αυτού πληθυσμού. Η μονή είχε στην κατοχή της ατμοκίνητο σκάφος, ιστιοφόρο και άλλα οχήματα, ενώ ήταν εξοπλισμένη με πυροσβεστικές αντλίες. Μεταξύ άλλων, διέθετε ένα πλήρες και ονομαστό φωτογραφικό αρχείο, ενώ διατηρούσε γραφείο αλληλογραφίας, η οποία διεκπεραιωνόταν από 80-100 μοναχούς.
Στις αρχές του 20ού αιώνα εξαπλώθηκε, κυρίως μεταξύ των κελλιωτών Ρώσων μοναχών, η δοξασία της «ονοματολατρείας», η πίστη δηλαδή πως οι ίδιοι οι φθόγγοι του ονόματος του Χριστού αγιάζουν εκείνον που τους προφέρει. Η Ιερά Κοινότητα δεν άργησε να καταδικάσει τη δοξασία αυτή ως αίρεση και πλάνη. Η γενική άποψη των αγιορειτών ήταν πως οι ασκητές αυτοί «άφησαν το κεφάλι και προσκυνούσαν τη σκούφια». Ο αριθμός των ονοματολατρών αυξήθηκε στο ρωσικό μοναστήρι και, καθώς οι ονοματολάτρες αρνούνταν να μνημονεύσουν τον τσάρο, ο τσάρος Νικόλαος Β’ έστειλε (1913) αντιτορπιλικό, το οποίο απέκλεισε τη μονή από τη θάλασσα και ενδεχομένως τη βομβάρδισε. Στρατιωτικά τμήματα συνέλαβαν τους ονοματολάτρες μοναχούς, κάποιοι από τους οποίους έχασαν τη ζωή τους μέσα στις μεγάλες αναταραχές που ακολούθησαν. Οι μοναχοί εξορίστηκαν στον Καύκασο, όπου οι περισσότεροι εκτελέστηκαν λίγο αργότερα από τους μπολσεβίκους. Η πράξη του τσάρου αποτελούσε, βέβαια, κλασικό και κυριολεκτικό παράδειγμα διπλωματίας της κανονιοφόρου, σε μια εποχή που το διεθνές καθεστώς του Αγίου Όρους δεν είχε ακόμη παγιωθεί μετά την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό. Η πράξη αυτή, ωστόσο, δεν επηρέασε ουσιαστικά τους μοναχούς της μονής, οι οποίοι εξακολουθούν να αναγνωρίζουν τον τσάρο ως άγιο και να τον τιμούν όπως οφείλουν. Η περίοδος παρακμής που ακολούθησε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), οδήγησε τη μονή στα όρια της ερήμωσης. Το 1968 το μοναστικό συγκρότημα υπέστη τεράστια καταστροφή εξαιτίας πυρκαγιάς. Μετά τις πολιτικές ανακατατάξεις στη Ρωσία (1989), ο αριθμός των νέων μοναχών, που είναι στην πλειονότητά τους ουκρανικής καταγωγής, άρχισε και πάλι να αυξάνεται.
Στη μονή εγκαταβίωσαν για κάποιο διάστημα οι Άγιοι Νεομάρτυρες Νικήτας († 1810, Σέρρες) και Παύλος († 1818, Τρίπολη). Εκεί μόνασε, επίσης, ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Συχνά, την επισκεπτόταν ο ιερομόναχος Άνθιμος († 1867) από τη Σόφια της Βουλγαρίας, ο διά Χριστόν σαλός, ο οποίος και ολοκλήρωσε εκεί τη ζωή του.
Ξενάγηση στη Μονή
Η κύρια είσοδος της μονής βρίσκεται στη νότια πτέρυγα. Έχει προστώο με πρόσφατες τοιχογραφίες. Μπροστά της ανοίγεται μεγάλη αυλή που περιβάλλεται από τις παραθαλάσσιες πτέρυγες και το ανακαινισμένο αρχονταρίκι. Ένα διαβατικό με σταυροθόλιο οδηγεί στην αυλή, η οποία είναι ευρύχωρη, πλακόστρωτη, με πλήθος οπωροφόρων δέντρων και παρτέρια.
Η ανατολική πτέρυγα, το παλαιό αρχονταρίκι, καθώς και τμήματα της βορειοανατολικής και νοτιοανατολικής πλευράς εξακολουθούν να βρίσκονται σε ερειπώδη κατάσταση, στην οποία επήλθαν μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1968. Στον επάνω όροφο της βόρειας πτέρυγας βρίσκεται το μεγαλοπρεπές παρεκκλήσιο της Αγίας Σκέπης (με το σπουδαίο ψηφιδωτό στο αέτωμα, κάτω από τον τρούλλο) και εκείνο του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι. Οι τρεις κάτω όροφοι φιλοξενούν κελλιά μοναχών. Η νότια πτέρυγα, που ανακαινίστηκε πρόσφατα, στεγάζει το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, το νέο αρχονταρίκι και τον νέο ξενώνα, καθώς και αρκετά κελλιά μοναχών. Στο δυτικό τμήμα της νότιας πλευράς βρίσκεται το συνοδικό, όπου είναι τοποθετημένα φωτογραφίες και πορτρέτα κτητόρων, ηγουμένων και τσάρων.
Το καθολικό ακολουθεί τον κλασσικό αθωνικό τύπο ναοδομίας, συνδυάζοντας ελληνικά και ρωσικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Διαθέτει 8 τρούλους ρωσικού τύπου, ανάλογους με εκείνους που συναντάμε στα παρεκκλήσια της μονής. Το τέμπλο κοσμείται από πλούσιο εικαστικό διάκοσμο και είναι κατασκευασμένο στη Ρωσία. Η λιτή και ο κυρίως ναός είναι κατάγραπτοι με τοιχογραφίες (1855), φιλοτεχνημένες επί της ηγουμενίας του γέροντα Γεράσιμου. Πολλές επιζωγραφίστηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του ρωσικού αγιογραφικού τύπου. Με το πατριαρχικό σιγίλλιο του 1875 ορίστηκε πως οι λειτουργίες στο καθολικό θα τελούνται εναλλάξ στη ρωσική και στην ελληνική γλώσσα. Ακόμη, ο ναός χαρακτηρίζεται και ως «ελληνικό καθολικό», σε αντίθεση με το παρεκκλήσιο του Αγίου Μητροφάνη του Βερονέζ, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως καθολικό των Ρώσων μοναχών από το 1858 και εξής.
Στη μονή υπάρχουν 36 παρεκκλήσια. Το παρεκκλήσιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι αυτοτελές κτίσμα και βρίσκεται πίσω από το καθολικό. Οι λειτουργίες εκεί τελούνται στα ελληνικά. Στο παρεκκλήσιο του Αγίου Μητροφάνους, δυτικά της βιβλιοθήκης, οι λειτουργίες τελούνται στα ρωσικά. Στη βόρεια πτέρυγα βρίσκονται 9 παρεκκλήσια, μεταξύ των οποίων αυτό της Αναλήψεως, του Αγίου Σεργίου, του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι, το οποίο εφάπτεται στο μεγάλο και επιβλητικό παρεκκλήσιο της Αγίας Σκέπης (χωρητικότητα 2.000 ατόμων) (1888), με τον πλούσιο διάκοσμο, το επίχρυσο τέμπλο και το πλήθος φορητών εικόνων με τις αργυρεπίχρυσες επενδύσεις. Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται και η ονομαστή ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι. Στη νότια πτέρυγα είναι τοποθετημένα 8 παρεκκλήσια, εκ των οποίων μόνο τα τρία σώθηκαν μετά την καταστροφική πυρκαγιά (παρεκκλήσι Αγίου Σάββα, Αγίου Νικολάου και Τιμίου Προδρόμου). Τα υπόλοιπα παρεκκλήσια βρίσκονται εκτός του περιβόλου.
Η τράπεζα βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της αυλής, απέναντι από το καθολικό. Είναι αυτοτελές ορθογώνιο κτίσμα του 1893. Έχει χωρητικότητα περίπου 1.000 ατόμων. Το καμπαναριό (1893) βρίσκεται πάνω από την είσοδο της τράπεζας. Πρόκειται για υψηλό κτήριο, κατάλληλα χτισμένο ώστε να αντέχει το βάρος από τις 32 καμπάνες (πάνω από 20 τόνους). Η μεγάλη καμπάνα του πρώτου ορόφου, πάνω από την τράπεζα, έχει διάμετρο 2,7 μ. και περιφέρεια 8,7 μ. Είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Αντρέι Δημήτριεβιτς Σαμγκίν, ενώ έχει κατασκευαστεί από τον Ιωακείμ Βορόβιεφ. Στον ίδιο όροφο υπάρχουν τρεις ακόμη καμπάνες, καθεμία από τις οποίες ζυγίζει 3 τόνους. Πολλές μικρότερες είναι τοποθετημένες στον δεύτερο όροφο του καμπαναριού και είναι συνδεδεμένες με το κεντρικό ρολόι.
Το σκευοφυλάκιο βρίσκεται στο διώροφο κτίσμα, το οποίο εφάπτεται στη βόρεια πλευρά της τράπεζας. Εκεί φυλάσσονται, μεταξύ άλλων, λειψανοθήκες, άμφια, σταυροί και αργυρεπίχρυσα ιερά σκεύη.
Το εικονοφυλάκιο είναι τοποθετημένο βορειότερα του καθολικού και εφάπτεται με το παρεκκλήσιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Μεταξύ των εικόνων που φυλάσσονται εκεί είναι και η εικόνα της Παναγίας Ιεροσολυμίτισσας.
Η ιδιαίτερα πλούσια βιβλιοθήκη στεγάζεται σε αυτοτελές διώροφο κτίσμα στον προαύλιο χώρο. Στη συλλογή της υπάρχουν περίπου 1.300 κώδικες, από τους οποίους οι 110 είναι περγαμηνοί. Επιπλέον, 600 από αυτούς είναι γραμμένοι στα σλαβονικά. Τέλος, υπάρχουν περίπου 30.000 έντυπα βιβλία.
Η μονή έχει δύο κοιμητηριακούς ναούς. Ο παλαιότερος (Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου) οικοδομήθηκε το 1820, την ίδια εποχή με το καθολικό. Ακολουθεί την τυπολογία του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο. Ο τελευταίος είναι αγιογραφημένος. Το οστεοφυλάκιο βρίσκεται στο ισόγειο. Ο νεότερος ναός χτίστηκε το 1896-98. Πρόκειται για διώροφο κτίσμα που περιλαμβάνει δύο ναούς, οστεοφυλάκιο και δύο ανεξάρτητα κελλιά. Ακολουθεί τον εκλεκτικιστικό ρυθμό της ρωσικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα. Ο ναός του επάνω ορόφου είναι αφιερωμένος στους Αγίους Αρχαγγέλους, ενώ ο ναός του ισογείου τιμά τη μνήμη του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ και του Αγίου Θεοδοσίου του Τσέρνιγκωφ.
Τα εξαρτήματα της μονής περιλαμβάνουν τη σκήτη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Βογορόδιτσα), 12 κελλιά (μεταξύ των οποίων είναι και το κελλί του Αγίου Στεφάνου, γνωστό για τον αγιογραφημένο του ναό), το αντιπροσωπείο στις Καρυές και 2 καθίσματα, ένα εκ των οποίων είναι το Παλαιομονάστηρο.
Στη μονή ανήκουν, επίσης, η Γουρνοσκήτη (Νέα Θηβαΐς) και η Χρωμίτσα.
Βίος Αγίου Σιλουανού του Αγιορείτου
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αγιορείτης έγινε γνωστός πριν ακόμα αγιοκαταχτεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία με το βιογραφικό έργο «Ο γέροντας Σιλουανός του Άθω», που το συνέγραψε με ωραίο τρόπο ο Ηγούμενος της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, που έζησε κοντά στον Άγιο για πολύ καιρό στον Άθω.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Σωφρόνιο, ο Άγιος Σιλουανός ασκήθηκε στο Άγιον Όρος για 46 ολόκληρα χρόνια και συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Γεννήθηκε το 1866 μ.Χ. στο χωριό Σόβοκ της επαρχίας Λεμπεντιάσκ της Ρωσίας και το κοσμικό του όνομα ήταν Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ. Στη Ρωσία έκανε το επάγγελμα του ξυλουργού. Στο Άγιο Όρος ήλθε το 1892 μ.Χ. και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην άσκηση και την προσευχή. Το 1911 μ.Χ. έγινε μεγαλόσχημος και στολίστηκε με πολλές άγιες αρετές και γέμισε όλος από θείο φως. Το 1915 μ.Χ. βγήκε για λίγο από το Άγιον Όρος και επισκέφθηκε τα μοναστήρια της πατρίδας του. Απεβίωσε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1938 μ.Χ. και η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσφατα τον αγιοποίησε.
Απολυτίκιο Αγίου Παντελεήμονα του Μεγαλομάρτυρα και Ιαματικού
Ἦχος γ’.
Ἀθλοφόρε Ἅγιε, καὶ ἰαματικὲ Παντελεῆμον, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. α’.
Μιμητὴς ὑπάρχων τοῦ ἐλεήμονος, καὶ ἰαμάτων τὴν χάριν παρ᾽αὐτοῦ κομισάμενος, ἀθλοφόρε καὶ Μάρτυς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ταῖς εὐχαῖς σου τὰς ψυχικὰς ἡμῶν νόσους θεράπευσον, ἀπελαύνων τοῦ ἀεί, πολεμίου τὰ σκάνδαλα, ἐκ τῶν βοώντων ἀπαύστως· Σῶσον ἡμᾶς Κύριε.
Μεγαλυνάριον
Ῥεῖθρα ἰαμάτων ὡς ἐκ πηγῆς, χάριτι θαυμάτων, βρύει χρῄζουσι δωρεάν, ὁ Παντελεήμων, ὁ πάνσοφος ἀκέστωρ· οἱ ῥώσεως διψῶντες δεῦτε ἀρύσασθε σε.
Ὁ Οἶκος
Τοῦ Ἀναργύρου τὴν μνήμην, τοῦ γενναίου τὴν ἄθλησιν, τοῦ πιστοῦ τὰς ἰατρείας, εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν φιλόχριστοι, ἵνα λάβωμεν ἔλεος, μάλιστα οἱ βορβορώσαντες, ὡς κἀγώ, τοὺς ἑαυτῶν ναούς· ψυχῶν γὰρ καὶ σωμάτων ὁμοῦ τὴν θεραπείαν περέχει. Σπουδάσωμεν οὖν, ἀδελφοί, ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἔχειν τοῦτον ἀσφαλῶς, τόν ῥυόμενον ἐκ πλάνης τοὺς βοῶντας ἀπαύστως· Σῶσον ἡμᾶς Κύριε.
Απολυτίκιο Αγίου Σιλουανού του Αγιορείτου
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Κανόνα πίστεως.
Χριστὸν διδάσκαλον ἐν ὀδῷ ταπεινώσεως προσευξάμενος ἔλαβες, μαρτυροῦντος τοῦ Πνεύματος, ἐν σῇ καρδία τὴν λύτρωσιν, διὰ τοῦτο ἀσκήσεως ἀνεδείχθης σὺ ὁδηγός, ὡς φωτὸς θείου ἔμπλεως. Ὅσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν Ὁσίων σύσκηνος τῶν πάλαι ὤφθης, ἐναρέτοις πράξεσι, Χριστὸν δοξάσας ἐπὶ γῆς, Σιλουανὲ παναοίδιμε, καὶ ἐκομίσω τὸν ἄφθαρτον στέφανον.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις θεοφόρε Σιλουανέ, ὁ ἐσχάτοις χρόνοις, διαλάμψας ἀσκητικῶς· χαίροις τῶν ἐν Ἄθῳ, ὑπόδειγμα Πατέρων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.
Πηγή: Athos Guide, Ορθόδοξος Συναξαριστής
Τελευταία Ενημέρωση: 19 Σεπτεβρίου 2025
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ







