Προσκυνητής

  >    >  Άγιο Όρος  >  Ιερά Βατοπαιδινή Σκήτη Αποστόλου Ανδρέα

Ιερά Βατοπαιδινή Σκήτη Αποστόλου Ανδρέα

Category:

Description

Ιστορικές Πληροφορίες

Εἰς τὴν περίοπτον τοποθεσίαν, ὃπου σήμερον ἀνυμψώνονται τὰ ἐπιβλητικὰ κτίρια τῆς Ἱερᾶς Σκήτεως τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, εὑρίσκομεν ἤδη ἀπὸ τὸν δέκατον μ.Χ. αἰῶνα νὰ μνημονεύεται (εἰς τὸ πρῶτον Τυπικὸν τοῦ Ὄρους, τοῦ 971) μία Μονὴ «τοῦ Ξύστρη» ἢ «Ξὲστου». Ὑπογραφαὶ τῶν κατὰ καιροὺς Ἡγουμένων τῆς Μονῆς μαρτυροῦν τὴν συνεχῆ λειτουργίαν της, μέχρι τὸν δέκατον πέμπτον αἰῶνα, ὅταν κατεστράφη ἀπὸ πειρατάς.

Τῷ 1614, ὅμως, ἤδη ὑπῆρχε εἰς τὴν θέσιν τοῦ παλαιοῦ Μονυδρίου Κελλίον πλέον τοῦ Ἁγίου Ἁντωνίου. Εἰς τοῦτο τὸ Κελλίον περὶ τὰ μέσα τοῦ δεκάτου ἐβδόμου αἰῶνος ὁ ἐκ Κρήτης παραιτηθεὶς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθανάσιος Πατελλάρος. Ἀνεκαίνισε τὸ Κελλίον καὶ τὸν ἐν αὐτῷ Ναόν. Ὕστερον μετέβη ὁ Ἀθανάσιος εἰς τὴν σημερινὴν ῾Ρουμανίαν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν ᾽Ρωσσίαν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ Χάρκοβον τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας ἐκοιμήθη, τῇ πέμπτῃ Ἀπριλίου τοῦ 1654, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη φυλάσσεται, καθήμενον, τὸ ἄφθαρτον σκῆνός του.

Τῷ 1768, ἕνας ἄλλος παραιτηθεὶς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ὁ Σεραφεὶμ, ὁ β.΄, κατεδάφισε τὸ Κελλίον καὶ ἔκτισε καινούριον, νῦν ἀφιερωμένον καὶ εἰς τὸν Μέγαν Ἀντώνιον καὶ εἰς τὸν Ἀπλόστολο Ἀνδρέαν. Ὁ Σεραφείμ, ὡς Πατριάρχης εἶχε καθιερώσει τὴν Μνήμην τοῦ Ἀγίου Ἀνδρέου ὡς θρονικὴν ἐορτὴν τοῦ Πατριαρχεὶου, καὶ ἐλθὼν εἰς τὸ Ὂρος, ἔκτισε Ναὸν πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀποστόλου, κατὰ μίμησιν (ἐν σμικρῷ!) τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Ὁ ναὸς οὗτος καὶ τὰ ἐρείπια τοῦ Καλλίου παρατηροῦνται μέχρι σήμερον ἀπεναντίας τοῦ μεγάλου Καθολικοῦ.

Εἰς τὸ Κελλὶον τοῦτο ἦλθεν τῷ 1777, ὁ πρῴην Κορίνθου Μακάριος Νοταρᾶς, καὶ ἐκάλεσεν ἐκ τῆς Μονῆς Διονυσίου τὸν νεόκουρον τότε Νάξιον Μοναχόν Νικόδημον. Εἶχαν γνωρισθῇ ἤδη εἰς τὴν νήσον Ὕδραν· νῦν δὲ παρέδωκε ὁ Ἅγιος Μακάριος εἰς τὸν Ὅσιον Νικόδημον πρὸς διόρθωσιν καὶ συμπλήρωσιν τὰ βιβλία, «Φιλοκαλίαν», «Εὐεργετινόν» καὶ «Περὶ Συνεχοῦς Μεταλήψεως». Ἔμειναν μαζὶ ἐδῶ περὶ τὰ δύο ἔτη γράφοντες καὶ ἐργαζόμενοι.

Τῷ 1841 παρέλαβον τὸ Κελλίον οἱ ῥῶσοι Μοναχοὶ Βησσαρίων καὶ Βαρσανούφιος, καὶ τῷ 1842 προστέθη εἰς τὴν συνοδείαν ὁ Ἱερομόναχος Θεοδώρητος. Τῷ δὲ 1849, μὲσιγίλλιον τοῦ τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀνθίμου Ϛ.΄, μετετράπη τὸ Κελλίον εἰς «Κοινοβιακὴν Σκήτην», μὲ πρῶτον Δικαῖον τὸν Ἱερομόναχον πλέον Βησσαρίωνα. Τῷ 1856 ἠνώθη ἡ Σκήτη με τὸ γειτονικὸν Κελλίον τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, καὶ τῷ 1867 ἐθεμελιώθη ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ Κελλίου τούτου νέος εἰς τιμὴν τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἔνθα ἐθησαυρίσθη τμῆμα τοῦ μετωπιαίου ᾽στοῦ τοῦ Ἁγίου. Τὸν μεγαλοπρεπέστατον τοῦτον ναὸν ἐνεκαινίασε τῷ 1900, ἐπὶ Δικαίου Ἰωσήφ, ἄλλος παραιτηθεὶς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ἰωακεὶμ Γ.΄.

Παρ᾽ὄλην τὴν ἐπιβλητικὴν, ὅμως, ἐξωτερικὴν λαμπρότητα τῆς νεοκτίστου Σκήτεως, ἡ ἔναρξις τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου καὶ ἠ ῾Ρωσσικὴ Ἐπανάστασις συντόμως ἔφεραν ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Μὲ τὰς στρατολογίας, τὴν μὴ δυνατότητα προσελεύσεως νέων δοκίμων ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν πλέον Ἕνωσιν καὶ τοὺς ἀναποφεύκτους θανάτους τῶν γερόντων Μοναχῶν ἤρχισε ἡ ἀδελφότης νὰ σβήνῃ. Τῷ 1958 μία μεγάλη πυρκαϊὰ ἀπετέφρωσε τὴν δυτικὴν πτέρυγα τῆς Σκήτεως, καὶ τῷ 1971 ἐκοιμήθη ὁ τελευταῖος ἀδελφὸς τῆς παλαιᾶς συνοδείας, Μοναχὸς Σαμψών.

Τῷ 1992, μετὰ εἴκοσι χρόνια ἐγκαταλείψεως καὶ βαθμιαίας ἐρημώσεως, ἐγκατεστάθη καινούρια, ἑλληνόφωνος συνοδεία, καὶ τῷ 2001 προσετέθησαν ἀρκετοὶ νέοι Μοναχοί, μὲ Δικαῖον τὸν Προηγούμενον Ἐφραίμ.

Βίος Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου

Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.

Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το ‘θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ’ ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που ‘ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ’ ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ’ εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ’ την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ’ αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ’ τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ’ όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Αποφθέγματα Μακαριστού Δικαίου Σκήτης Αγίου Ανδρέα Εφραίμ Ιερομονάχου

  • Η τα­πεί­νω­ση εί­ναι το πιό πο­λύ­τι­μο και πιό ευω­δια­στό Πνευ­μα­τι­κό μύρο που μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει ο άν­θρω­πος στο Θεό, διό­τι αυτό εί­ναι που ται­ριά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο στην Ιδιό­τη­τά Του. Λένε οι Πα­τέ­ρες, ότι εκεί­νο που θα μας κά­νει την με­γα­λύ­τε­ρη εν­τύ­πω­ση στον Πα­ρά­δει­σο θα εί­ναι, πως ο Θεός με την άπει­ρη Δύ­να­μή Του και την άπει­ρη Σο­φία Του, εί­ναι τόσο Τα­πει­νός!
  • Με την ευ­χα­ρι­στία και την ευ­γνω­μο­σύ­νη προς το Θεό, συν­τη­ρεί και αυ­ξά­νει ο άν­θρω­πος την με­τά­νοιά του.
  • Η ευχή ”χρό­νια πολ­λά”, δεν εί­ναι από­λυ­τα σω­στή. ”Χρό­νια πολ­λά με­τα­νοί­ας”, εί­ναι το σω­στό.
  • Ο κα­λύ­τε­ρος τρό­πος για να αγα­πή­σεις τους εχθρούς σου εί­ναι, να προ­σεύ­χε­σαι για αυ­τούς.
  • Ο Θεός, το μόνο που ζη­τά­ει από εμάς εί­ναι, ό,τι κά­νου­με, να το κά­νου­με με προ­αί­ρε­ση αγα­θή και από αγά­πη και όχι από ανάγ­κη, πο­νη­ριά και ούτε από συμ­φέ­ρον. Διό­τι αυτά εί­ναι βδε­λυ­κτά, ο Θεός τα απο­στρέ­φε­ται και δεν τα δέ­χε­ται. Και όχι μόνο δεν τα δέ­χε­ται τι­μω­ρού­μα­στε κιό­λας, επει­δή πάμε να ξε­γε­λά­σου­με το Θεό, γι΄αυτό κα­λύ­τε­ρα να μην τα κά­νου­με. Αν όμως ο άν­θρω­πος, τα κά­νει από αγά­πη δεν μπο­ρεί να δια­νο­η­θεί τι μι­σθό θα πά­ρει από το Θεό! Βλέ­που­με δηλ. η ίδια πρά­ξη από τη μία να έχει τι­μω­ρία και από την άλλη να έχει ευ­λο­γία. Για πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεί να κάνω μια ελεη­μο­σύ­νη και να τι­μω­ρη­θώ και ένας άλ­λος να κά­νει μια ίδια ελεη­μο­σύ­νη και να ευερ­γε­τη­θεί. Για­τί ο Θεός την διά­θε­ση και το σκο­πό της πρά­ξης αμοί­βει και όχι το εί­δος της πρά­ξης.
  • Κα­νέ­να έργο καμ­μία ερ­γα­σία δεν πρέ­πει να ξε­κι­νά­με αν πρώ­τα δεν προ­η­γη­θεί η προ­σευ­χή μας. Εδώ ο ίδιος ο Χρι­στός πριν πει και κά­νει ο,τι­δή­πο­τε προ­σευ­χό­ταν, ώστε και οι άλ­λοι που θα τον άκου­γαν να εν­νο­ή­σουν τα λό­για και τις πρά­ξεις Του.
  • Πολ­λά καλά έργα των αν­θρώ­πων, θα πα­ρα­μεί­νουν στο τάφο τους. Και αυτό για­τί τα έργα αυτά, δεν έγι­ναν για τη δόξα του Χρι­στού και τη σω­τη­ρία τους, αλλά έγι­ναν για τη δική τους προ­βο­λή και οί­η­ση. Μπο­ρεί τα έργα αυτά να εί­ναι πολύ καλά, αλλά δεν βαθ­μο­λο­γούν­ται στην Ου­ρά­νια Τρά­πε­ζα. Άρα το ζή­τη­μα για τον άν­θρω­πο δεν εί­ναι αν κά­νει πολ­λά καλά έργα, αλλά αν αυτά που κά­νει, τα κά­νει για τη δόξα του Χρι­στού, με όφε­λος τη δική του σω­τη­ρία.

Απολυτίκιο Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου

Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος, καὶ τοῦ Κορυφαίου αὐτάδελφος, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν τῆς ἀνδρείας ἐπώνυμον θεηγόρον, καὶ μαθητῶν τὸν πρωτόκλητον τοῦ Σωτῆρος, Πέτρου τὸν σύγγονον εὐφημήσωμεν· ὅτι ὡς πάλαι τούτῳ, καὶ νῦν ἡμῖν ἐκέκραγεν· Εὑρήκαμεν δεῦτε τὸν ποθούμενον.

Μεγαλυνάριον
Πρώτος προσπελάσας τω Ιησού, Πρωτόκλητος ώφθης, και ακρότης των Μαθητών, Ανδρέα θεόπτα, εντεύθεν διανύεις, παθών τας αναβάσεις της αναστάσεως.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής, Επίσημη Ιστοσελίδα Ιεράς Βατοπαιδινής Κοινοβιακής Σκήτης Αποστόλου Ανδρέα

Τελευταία Ενημέρωση: 24 Νοεμβρίου 2025

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  • Περίοδος Ιδρύσεως: 10ος  μ.Χ.
  • Πανηγυρίζει: 30 / 17 Νοεμβρίου (Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου)
  • Ιερά Λείψανα: Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου
  • Τηλ: +302377023824 / +306942251591
  • Πρόσβαση: Με πλοίο από Ουρανούπολη και μετά με λεωφορείο από Δάφνη προς Καρυές.