Description
Ιστορικές Πληροφορίες
Σε ένα γραφικό τοπίο ανάμεσα στις προεκτάσεις των βουνών του Βάλιεβο, στην αριστερή όχθη του ποταμού Γκράδατς, βρίσκεται το μεσαιωνικό σερβικό μοναστήρι Τσέλιε, αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Το μοναστήρι πήρε το όνομά του πιθανότατα από το γεγονός ότι η εκκλησία του μοναστηριού ήταν αρχικά πολύ μικρή, σαν «κελί» (κέλια)· ή από τα κελιά που βρίσκονται στις σπηλιές των γύρω βράχων και χαραδρών.
Ο ακριβής χρόνος ίδρυσης του μοναστηριού Τσέλιε δεν είναι γνωστός. Σύμφωνα με τα γενικά ιστορικά στοιχεία, το μοναστήρι ανάγεται στον Μεσαίωνα. Η λαϊκή παράδοση συνδέει την ίδρυση του μοναστηριού με το όνομα του Αγίου βασιλιά Ντραγκούτιν, ο οποίος από το 1282 έως το 1316 διοικούσε αυτές τις περιοχές ως «βασιλιάς του Σρεμ». Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Δανιήλ, ο βασιλιάς Ντραγκούτιν, ως πολύ ευσεβής ηγεμόνας και λάτρης των εκκλησιών και των μοναστηριών, ανακαίνιζε τα παλαιά μοναστήρια και ίδρυε νέα σε αυτές τις περιοχές (Τρόνοσα, Ράτσα κ.ά.). Μια άλλη λαϊκή παράδοση λέει ότι τρία αδέλφια από την αγιοτόκο γενιά των Νεμανιδών έχτισαν τρία μοναστήρια στην περιοχή του Βάλιεβο: τα Τσέλιε, τα Γιοβάνιε και την Πούστινια.
Τα ελλιπή ιστορικά στοιχεία συμπληρώνονται από αρχιτεκτονικά δεδομένα. Η αρχιτεκτονική της εκκλησίας του Τσέλιε, με τον απλό εννεάπλευρο τρούλο, μαρτυρεί αναμφίβολα την ανέγερσή της κατά τον σερβικό Μεσαίωνα, όπως δικαιολογημένα υποστηρίζουν οι αρχαιολόγοι και ιστορικοί Μπ. Μπόσκοβιτς, Β. Κόρατς και Β. Πέτκοβιτς. Εάν η ανέγερση του Τσέλιε δεν έγινε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βασιλιά Ντραγκούτιν, τότε αυτό αναμφίβολα έγινε κατά τη βασιλεία του δεσπότη Στέφαν Λαζάρεβιτς (1389–1427), όταν έχουμε την κοινωνική και εκκλησιαστική άνθηση της Δυτικής Σερβίας και της γύρω περιοχής. Αν ληφθεί υπόψη ότι η πόλη του Βάλιεβο (καθώς η πρώτη εκκλησία του Βάλιεβο ανεγέρθη μόλις το 1816), τότε την ίδρυση του μοναστηριού Τσέλιε μπορούμε οπωσδήποτε να τη συνδέσουμε με την εποχή του δεσπότη Στέφαν του Υψηλού.
Κατά την εποχή της βαριάς και μακράς τουρκικής σκλαβιάς, το Τσέλιε καταστρεφόταν και καιγόταν συχνά, αλλά και ανακαινιζόταν, μοιραζόμενο έτσι τη μοίρα του λαού του. Οι πνευματικοί πατέρες του μοναστηριού Τσέλιε ήταν διακεκριμένοι λαϊκοί ηγέτες, και πιθανότατα η δράση τους ενοχλούσε τους Τούρκους, γι’ αυτό και έκαιγαν και κατέστρεφαν συχνά το μοναστήρι. Γνωστός είναι ο ηγούμενος του Τσέλιε, ο Ντανίλο Βουκασίνοβιτς, ο οποίος συμμετέχει στη σύσκεψη των Σέρβων προκρίτων στο Βελιγράδι το 1733, ο ξακουστός Χατζή-Ρούβιμ, και άλλοι.
Κατά τον 18ο αιώνα το μοναστήρι Τσέλιε αναφέρεται σε πολλά γραπτά μνημεία, μερικά από τα οποία ανήκουν στον ίδιο τον πνευματικό του Τσέλιε, τον αρχιμανδρίτη Χατζή-Ρούβιμ. Το μοναστήρι εκείνη την εποχή παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή ολόκληρης της επαρχίας (ναχιγιά) του Βάλιεβο, και γενικότερα της Δυτικής Σερβίας, ως πνευματικό και εθνικό κέντρο, φυτώριο πίστης και παιδείας.
Στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, μετά την ήττα της Αυστρίας στον πόλεμο με την Τουρκία, στον οποίο και οι Σέρβοι συμμετείχαν στο πλευρό της Αυστρίας, ακολούθησε η δεύτερη, τραγική μετανάστευση (μετοικεσία) των Σέρβων προς τον βορρά υπό τον πατριάρχη Αρσένιο Δ’ Γιοβάνοβιτς. Τότε, το 1739, σε μια κοιλάδα των λόφων του Βάλιεβο, κοντά στο μοναστήρι Τσέλιε, συνέβη η φοβερή σφαγή αρκετών χιλιάδων αθώων σερβικών οικογενειών από τους Τούρκους. Θεωρείται ότι οι Τούρκοι από το Ούζιτσε και τη Βοσνία συγκέντρωσαν περίπου 16.000 σερβόπουλα, γυναίκες και γέροντες. Ο απελπισμένος θρήνος (lelek) των μανάδων και των παιδιών, μαρτύρων για την πίστη του Χριστού και για το σερβικό γένος, πιστεύεται ότι έδωσε σε αυτό το χωριό το όνομα «Λέλιτς» ή «Λέλιτσι», όπως αλλού το αποκαλούν.
Από αυτήν την εποχή χρονολογούνται και οι δεσμοί του μοναστηριού Τσέλιε με τους Μαυροβούνιους μητροπολίτες Ντανίλο και Βασίλιε Πέτροβιτς. Το βιβλίο «Νοβάγια Σκρίζαλ» (του 1656), με τις προσωπικές υπογραφές αυτών των δύο μητροπολιτών, περιήλθε στην κατοχή του μοναστηριού Τσέλιε· σε αυτό το βιβλίο άφησε αρκετές από τις πολύτιμες σημειώσεις του και ο Χατζή-Ρούβιμ.
Το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα είναι γεμάτο γεγονότα εκκλησιαστικής-εθνικής ιστορίας, στα οποία το μοναστήρι Τσέλιε παίζει εμφανή ρόλο. Οι πνευματικοί πατέρες του Τσέλιε συμμετέχουν στην οργανωμένη λαϊκή εξέγερση υπό το ελεύθερο σώμα (φράικορ) του καπετάνιου, για το οποίο λαμβάνουν επαίνους και αναγνωρίσεις· το μοναστήρι κάηκε το 1791. Γι’ αυτό μιλά η σημείωση του Χατζή-Ρούβιμ στα «Σκρίζαλι», ως εξής:
«Ας γίνει γνωστό σε κάθε αδελφό που διαβάζει αυτό το γράμμα μου, από την εποχή του πολέμου του 1788, τον οποίο άρχισαν ο Καίσαρ Ιωσήφ της Ρώμης και η αυτοκράτειρα της Μόσχας, με τον Τούρκο σουλτάνο Αμπντούλ Αχμέτ… Σε εκείνον τον πόλεμο πολλές χριστιανικές εκκλησίες κάηκαν και πολλοί χριστιανοί υποδουλώθηκαν. Αυτό το καλοκαίρι του 1791, ήρθε ο πασάς της Σκόδρας Μπουσάτλιγια με Αρβανίτες και έκαψε και λεηλάτησε την περιοχή του Βάλιεβο, και έκαψε εκκλησίες και μοναστήρια… Και εκείνη την εποχή κάηκαν μοναστήρια σε ολόκληρη την περιοχή του Βελιγραδίου, και ιδιαίτερα στην περιοχή του Βάλιεβο. Κάηκε το μοναστήρι Μπόγκοβατζα και το μοναστήρι Τσέλιε του Αρχαγγέλου…»
Μετά από αυτό το κάψιμο, το μοναστήρι ανακαινίστηκε σύντομα, και ήδη παραμονές της εξέγερσης του Καραγκιόργκε συμμετέχει ζωηρά στις προετοιμασίες για την εξέγερση. Από αυτήν την εποχή χρονολογείται και η αλληλογραφία των λαϊκών ηγετών της περιοχής του Βάλιεβο και των πνευματικών πατέρων του Τσέλιε με τον μητροπολίτη Στρατιμίροβιτς στο Κάρλοβτσι, σχετικά με την επιστροφή ορισμένων ιερών εκκλησιαστικών αντικειμένων του Τσέλιε από το Σρεμ.
Το κίνημα και οι προετοιμασίες για την εξέγερση στην επαρχία του Βάλιεβο, όπως και στην υπόλοιπη Σερβία, προκάλεσαν τη γνωστή «σφαγή των κνέζων (αρχόντων)» το 1804, όταν στο Βάλιεβο αποκεφαλίστηκαν ο κνέζης Αλέξα Νενάντοβιτς και ο βοεβόδας Ίλιγια Μπιρτσάνιν. Το σώμα του βοεβόδα Μπιρτσάνιν το πήρε ο υπηρέτης του, ο μετέπειτα ήρωας Μίλος Κέντιτς, και το έθαψε στο Τσέλιε δίπλα στην εκκλησία, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Ο τάφος ανακαινίστηκε το 1912 με τον κόπο του Μίλοραντ Πρότιτς, ιερέα από την Κάμενιτσα, και το 1970 τον ανακαίνισε ξανά το Εθνικό Μουσείο του Βάλιεβο.
Μετά το δεύτερο κάψιμο του μοναστηριού, που έγινε το 1810, η εκκλησία ανακαινίστηκε ήδη το 1811· ανεγέρθη νέος τρούλος και προστέθηκε νάρθηκας, ο οποίος αποτελεί σήμερα το κύριο και μεγαλύτερο μέρος της εκκλησίας. Σύμφωνα με την αφήγηση του μακαριστού επισκόπου Νικολάι Βελιμίροβιτς, την εκκλησία ανακαίνισαν πλούσιοι πολίτες της πόλης του Βάλιεβο, αρμενικής καταγωγής. Κατ’ επιθυμία των Αρμενίων κτητόρων, είχε κατασκευαστεί οξύς τρούλος σε αρμενικό στιλ. Αυτός το 1936 μετατράπηκε και έτσι απέκτησε τη σημερινή ημικυκλική μορφή.
Το 1816 κατασκευάστηκε νέο τέμπλο (εικονοστάσιο), και τις εικόνες φιλοτέχνησε ο Ιερεμίας Μιχαήλοβιτς, εγγονός του αδελφού του Χατζή-Ρούβιμ. Διασώθηκε και παλιά εικόνα, η Σύναξη του Αγίου Αρχαγγέλου, έργο του ανιψιού του Ρούβιμ, του βοεβόδα Πέταρ Μόλερ. Στο μοναστήρι φυλάσσεται και η Αγία Γραφή του πρωθιερέα Ματέγια Νενάντοβιτς, με την υπογραφή του.
Κατά την περίοδο από το 1804 έως το 1813, στο Τσέλιε βρισκόταν το στρατιωτικό νοσοκομείο του Καραγκιόργκε. Αργότερα, στην απελευθερωμένη Σερβία του Μίλος Όμπρένοβιτς, στο Τσέλιε λειτουργούσε δημοτικό σχολείο για τα χωριά νότια του Βάλιεβο, με οικοτροφειακό τρόπο ζωής. Ιδρύθηκε το 1830 ως ένα από τα πρώτα σχολεία της περιοχής του Βάλιεβο. Σε αυτό σπούδασε και ο μακαριστός επίσκοπος Νικόλαος, καταγόμενος από το Λέλιτς.
Από το 1837 έως το 1928 το μοναστήρι Τσέλιε μετατράπηκε σε ενοριακή εκκλησία και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχε αρκετούς διακεκριμένους λαϊκούς ιερείς, όπως ήταν: ο παπα-Άντριγια Γιοβάνοβιτς, ο οποίος το 1892 βάπτισε 149 Τσιγγάνους του Βάλιεβο από τη μουσουλμανική πίστη· ο πρωθιερέας Γιέφτα Πόποβιτς, ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης της Ερζεγοβίνης το 1875, και άλλοι.
Από το 1928 έως το 1935 το Τσέλιε ήταν γυναικείο μοναστήρι. Μετά από αυτό, έως το 1946, γίνεται ξανά ανδρικό μοναστήρι. Το 1946 έρχεται στο Τσέλιε η ηγουμένη Σάρα με τις αδελφές από το μοναστήρι Λιουμπόστινια, και από τότε το Τσέλιε είναι ξανά γυναικείο μοναστήρι.
Το μοναστήρι Τσέλιε, κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, αποτελεί έναν αληθινό πνευματικό κέντρο, με ιδιαίτερα διακεκριμένη ιεραποστολική, εκδοτική και αγιογραφική δραστηριότητα της αδελφότητας, με επικεφαλής την ηγουμένη Γλυκερία Γιάνιτς. Ιδρύθηκε η Πνευματική Βιβλιοθήκη «Άββας Ιουστίνος» στο Βάλιεβο, και από το 1970 έως σήμερα έχουν εκδοθεί πάνω από 100 τίτλοι βιβλίων που, στα χρόνια του άθεου κομμουνισμού, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πνευματική αναγέννηση του σερβικού λαού.
«Πρέπει να ευγνωμονούμε τους μοναχούς μας που διέσωσαν τα μοναστήρια μας, όπου εκπαιδευόταν ο κλήρος μας, και που διαφύλαξαν την πίστη και τα έθιμά μας, ώστε να μην εξισλαμιστούμε ή εκκαθολικιστούμε», έγραφε στα «Απομνημονεύματά» του ο πρωθιερέας Ματίγια Νενάντοβιτς.
Βίος Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Η Σοφία του Θεού, ο Δημιουργός και Ρυθμιστής των πάντων, τα πάντα δημιουργεί και τα πάντα ανανεώνει. Αυτή από γενιά σε γενιά περνά σε άγιες ψυχές «και ετοιμάζει φίλους και προφήτες του Θεού» (Σοφ. Σολ. 7,27-28).
Έτσι προφήτευσε ο πάνσοφος Σολομών, ως προφήτης του Θεού, για την εμφάνιση σε κάθε εποχή εκλεκτών Αγίων και Σοφών Ανθρώπων του Θεού, οι οποίοι, ως Προφήτες, Απόστολοι και Άγιοι, ως Φίλοι του Θεού, θα είναι για τους ανθρώπους Διδάσκαλοι και Πνευματικοί σε κάθε εποχή της επίγειας ιστορίας.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, από την εποχή των Αγίων Αποστόλων στην Ιερουσαλήμ μέχρι και τον 21ο αιώνα μας, πάντοτε είχε τέτοιους θεαρέστους και Αγίους σε κάθε εποχή και λαό, έτσι και στο δικό μας σερβικό ορθόδοξο γένος. Στις ημέρες μας, σε αυτόν τον αιώνα, αυτοί είναι ο Άγιος Ιουστίνος και ο Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος της Žiča, των οποίων τη μνήμη σήμερα τιμά και εορτάζει ολόκληρο το σερβικό και όλο το ορθόδοξο γένος, ακούγοντας έτσι και εκπληρώνοντας τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου: «Μνημονεύετε των πνευματικών οδηγών και διδασκάλων σας, οι οποίοι σας μίλησαν τον λόγο του Θεού· ατενίζοντας στο τέλος της ζωής τους, μιμηθείτε την πίστη τους, διότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες» (Εβρ. 13,7-8).
Ο Πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, αρχιμανδρίτης και πνευματικός του μοναστηριού Τσέλιε, γεννήθηκε στο Βράνιε από πατέρα τον Σπυρίδωνα και μητέρα την Αναστασία, κατά τον Ευαγγελισμό του 1894, και γι’ αυτό στη βάπτιση έλαβε το όνομα Μπλάγκογιε. Μέχρι τον παππού του, τον παπα-Αλέξα, η οικογένεια Πόποβιτς για επτά συνεχόμενες γενιές ήταν ιερατική. Σε μια τέτοια οικογένεια ο νεαρός Μπλάγκογιε πέρασε το σχολείο της οικογενειακής διαπαιδαγώγησης και της σερβικής ορθόδοξης ευσέβειας, η οποία στις νότιες σερβικές περιοχές είναι και μεγαλύτερη και πιο εκκλησιαστική. Ως παιδί πήγαινε συχνά με τους γονείς του στο μοναστήρι της Πτσίνια, στον Άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό, ο οποίος κάποτε θεράπευσε και τη μητέρα του Μπλάγκογιε από βαριά αρρώστια. Ήδη από τα μαθητικά του χρόνια ο Μπλάγκογιε διάβαζε με ζήλο το Ευαγγέλιο του Χριστού και προσπαθούσε να ζει σύμφωνα με αυτό, όπως μαρτυρεί και όλη η μετέπειτα ευαγγελική του ζωή.
Φιλόσοφος εκ φύσεως, πεινασμένος και διψασμένος για αληθινή γνώση του ανθρώπου και γνώση του Θεού, πήγε στη θεολογική σχολή και ολοκλήρωσε με επιτυχία τις θεολογικές σπουδές. Πρώτα τελείωσε την εννεατάξια Θεολογική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι (1905–1914), όπου ανάμεσα στους καθηγητές είχε και τον λόγιο και σοφό ιερομόναχο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στρατεύτηκε στο μαθητικό σώμα νοσοκόμων και στα τέλη του 1915 υποχωρεί με τον σερβικό στρατό μέσω του (περάσματος) Τσάκορ μέχρι τη Σκόδρα. Μη μπορώντας, λόγω των γονιών του, να καρεί μοναχός νωρίτερα, λαμβάνει τώρα στη Σκόδρα το μοναχικό σχήμα, με την ευλογία του μητροπολίτη της εξόριστης Σερβίας Δημητρίου, και παίρνει το όνομα του Αγίου Ιουστίνου, Μάρτυρος και Φιλοσόφου (την ημέρα του Αγίου Βασιλείου του 1916), από αγάπη προς τη φιλοσοφία κατά Χριστόν και προς τους μάρτυρες του Χριστού — και τα δύο αυτά τα φανέρωσε στη ζωή και στους ασκητικούς του αγώνες ως πραγματικά Άγιος Ιουστίνος ο Νέος.
Μαζί με μια ομάδα νεαρών χαρισματικότερων θεολόγων και άλλων φοιτητών, στάλθηκε από τη Σκόδρα για σπουδές θεολογίας στην Πετρούπολη, από όπου σύντομα μεταβαίνει στην Οξφόρδη, ώστε, μετά το τέλος του πολέμου και των σπουδών, να επιστρέψει από εκεί στο Βελιγράδι και να γίνει βοηθός καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Από αυτή τη θέση, ως ιερομόναχος, πήγε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εκπόνησε διδακτορική διατριβή στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία («Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσης κατά τον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο», στα ελληνικά, 1926). Μετά την επιστροφή του, στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι εξέδιδε το περιοδικό «Χριστιανική Ζωή», στο οποίο τακτικά γράφει και δημοσιεύει τη μελέτη του «Φιλοσοφία και θρησκεία του Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι». Με τον Ντοστογιέφσκι ο Πατήρ Ιουστίνος, από τη νεότητά του, διδάχθηκε και αγωνίστηκε, όπως και με άλλους μεγάλους του ανθρώπινου γένους: τον Άγιο Απόστολο Παύλο, τους Αγίους Πατέρες, τον Άγιο Σάββα, τον Νιέγκος και τον Σαίξπηρ, και γενικά με όλους τους αληθινά μεγάλους ανθρώπους που μαρτυρούν για τον Χριστό τον Θεάνθρωπο.
Από τη Θεολογική Σχολή του Κάρλοβτσι μετατέθηκε στη Θεολογική Σχολή του Πρίζρεν και έπειτα του Μπίτολι, για να σταλεί στη συνέχεια από τη Σερβική Εκκλησία, μαζί με τον μητροπολίτη Ιωσήφ, στην Τσεχοσλοβακία, όπου στις περιοχές των Καρπαθίων εργάστηκε ιεραποστολικά για την οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής ανάμεσα στους Ορθόδοξους Καρπαθορώσους, οι οποίοι εκείνα τα χρόνια επέστρεφαν στην Ορθοδοξία από την Ουνία που τους είχε επιβληθεί προηγουμένως.
Εκείνα τα χρόνια, μετά την επιστροφή του από την Τσεχία, εκδίδει τα δύο πρώτα βιβλία του «Φιλοσοφία της Ορθόδοξης αλήθειας», δηλαδή τη Δογματική, για την οποία σύντομα εξελέγη καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, όπου δίδασκε μέχρι τον πόλεμο. Το 1938, μαζί με άλλους Σέρβους στοχαστές, ίδρυσε τη Σερβική Φιλοσοφική Εταιρεία, διότι σε όλη του τη ζωή υπήρξε αληθινός φιλόσοφος, με νου και καρδιά πάντα ανοιχτή στα ουσιαστικά φιλοσοφικά και θεολογικά προβλήματα. Και γι’ αυτόν, όπως και για τον Άγιο Μακάριο, μπορεί να ειπωθεί ότι ήταν ένας πραγματικός «φιλόσοφος του Αγίου Πνεύματος». Η ζωντανή του φιλοσοφία βρισκόταν πρωτίστως στους ευαγγελικούς και μοναχικούς άθλους της προσευχής, της νηστείας, της συγχώρησης, της φιλαλήθειας, της ταπεινοφροσύνης, της αγάπης, της φιλανθρωπίας και της φιλοθεΐας.
Την περίοδο του πολέμου την πέρασε κυρίως στα μοναστήρια μας, βοηθώντας την αποδεκατισμένη Σερβική Εκκλησία (συμμετείχε στη σύνταξη του Υπομνήματος της Σερβικής Εκκλησίας για τα παθήματα των Σέρβων στο διαβόητο Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας), και αμέσως μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από τη νέα εξουσία από το Πανεπιστήμιο και για ένα διάστημα βρισκόταν στη φυλακή, εντελώς άδικα. Έπειτα έζησε σε διάφορα μοναστήρια, και από το 1948 έως το τέλος της επίγειας ζωής του έζησε στο μοναστήρι Τσέλιε κοντά στο Βάλιεβο, ως ιερομόναχος και πνευματικός. Χάρη στο Τσέλιε κοντά στο Βάλιεβο, στους μοναχούς και στην καλοσύνη του ευσεβούς λαού, ο Πατήρ Ιουστίνος, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια — παρά τις συχνές ενοχλήσεις και ανακρίσεις από την εξουσία — μπόρεσε να αφοσιωθεί στην προσευχητική-θεολογική ζωή, σκέψη και συγγραφή. Όλο αυτό το διάστημα ταξίδευε και ανάμεσα στον λαό, διότι δεν σταματούσε η πανλαϊκή και πανορθόδοξη ακτινοβολία και δράση του· γι’ αυτό και σήμερα τον τιμούν και τον δοξάζουν, ως Άγιο θεάρεστο, όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι στη χώρα μας και σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο.
Έργα
Ο Πατήρ Ιουστίνος έλεγε πάντα ότι κάθε χριστιανός, με τη ζωή και το έργο του, συνεχίζει να γράφει το Ευαγγέλιο του Χριστού (Ιω. 21,25). Έτσι και η ζωή και το έργο του υπήρξαν ένα ζωντανό σύγχρονο Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι δύσκολο να απαριθμηθούν όλα τα έργα του — τα ανθρώπινα, τα χριστιανικά, τα ποιμαντικά, τα θεολογικά, τα μοναχικά, τα προσευχητικά, τα θαυματουργικά. Εδώ θα αναφέρουμε μόνο μερικά από τα γραπτά του έργα: 12 βιβλία Βίων Αγίων· Ερμηνεία του Ευαγγελίου κατά Ματθαίον και κατά Ιωάννην· Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Αποστόλου Παύλου (Α’–Β’ προς Κορινθίους, προς Γαλάτας, προς Εφεσίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολοσσαείς, Α’–Β’ προς Θεσσαλονικείς)· τις τρεις Καθολικές Επιστολές του Ιωάννου του Θεολόγου· τρία βιβλία Ορθόδοξης Δογματικής· δύο μελέτες για τον Ντοστογιέφσκι· «Φιλοσοφικά Βάραθρα»· «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος» (στα ελληνικά, γαλλικά και σερβικά)· «Βίος του Αγίου Σάββα και του Αγίου Συμεών» (στα ελληνικά και σερβικά)· «Μοναχική ζωή»· «Στοιχειώδης (Βασική) Θεολογία»· «Στη Θεανθρώπινη οδό», καθώς και μεταφράσεις: της Θείας Λειτουργίας, του Ευχολογίου, του Προσευχηταρίου, του Λαυσαϊκού και πολλών άλλων εκκλησιαστικών κειμένων και ύμνων.
Πρέπει να αναφερθούν και περίπου εκατό άρθρα και μικρότερα συγγράμματα του Πατρός Ιουστίνου, εκδομένα και ανέκδοτα, καθώς και αρκετές δεκάδες παλαιές μαγνητοφωνημένες ταινίες με τις ομιλίες του, οι οποίες έχουν εκτυπωθεί ως ο Α’, Β’ και Γ’ τόμος (από σύνολο 40 τόμων) των Απάντων του Πατρός Ιουστίνου.
Στο Άγιον Όρος και σε εμάς, τον Πατέρα Ιουστίνο τον τιμούν ως Άγιο και ως συγγραφέα. Σε αυτό προστίθεται και το μοναστήρι Τσέλιε, με την προσευχητική επίκληση: Άγιε Πάτερ Ιουστίνε, πρέσβευε στον Θεό για μας!
Απολυτίκιον Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Ἦχος πλ. δ΄. Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ.
Ὀρθοδοξίας τὸ γλυκύ, καὶ νεκταρῶδες, Πάτερ ἀμάλγαμα, μετοχετεύσας τῶν πιστῶν, ἐν ταῖς καρδίαις ὥσπερ θησαύρισμα, τῷ βίῳ καὶ ταῖς ἀρεταῖς, βιβλίον ζῶν τοῦ Πνεύματος δέδειξαι, Ἰουστῖνε θεόσοφε· ἱκέτευε διὰ παντός, ἐλλογωθῆναι τοὺς ὑμνοῦντάς σε.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ .Τῇ ὑπερμάχῳ.
Θεανθρωπίνως τὴν ζωήν σου ᾠκονόμησας, ὡς μέτρον ἔχων τὸν Θεάνθρωπον ἐν ἅπασιν, εἰς τὸ ὕψος ἐπιφθάσας Θεολογίας· καὶ νῦν Λόγῳ συνεστὼς Ἠγαπημένῳ σοι, δὸς ἡμῖν τῶν πρεσβειῶν σου χάριν Ἅγιε, τοῖς κραυγάζουσι· Χαῖρε Πάτερ θεόσοφε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Σερβίας γόνος κλεινός Τσέλιγιε ἡ δόξα, Ὀρθοδόξων πάντων χαρά, Πάτερ Ἰουστῖνε, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, μύστα καὶ ὑπηρέτα, χριστοφιλέστατε.
Χαίροις τῶν δογμάτων ὁ ἑρμηνεύς, τῶν θείων Πατέρων, ἰσοστάσιος μιμητής, Παύλου ἄλλον στόμα, καὶ Χρυσοστόμου φίλε, ὦ Πάτερ Ἰουστῖνε, Ἁγίων σύνεδρε.
Ἔχει σοῦ τὸ σκῆνος τὸ ἱερόν, Τσέλιγιε ἡ μάνδρα, βλύζον χάριν πᾶσι πιστοῖς, οὐρανὸς πλουτεῖ δε, τὴν ἄχραντον ψυχήν σου, ὦ Ἰουστῖνε Πάτερ, μακαριώτατε.
Σὺν τῷ θείῳ Σάββᾳ καὶ τοῖς λοιποῖς, Ἁγίοις Σερβίας, Ἰουστῖνε ἵστασαι νῦν, πρὸ θρόνου Δεσπότου, ἀεὶ καθικετεύων, ὑπὲρ λαοῦ καὶ πάντων, τέκνων σου Ὅσιε.
Χαίροις Ἰουστῖνε θαυματουργέ, ἐκ τοῦ Θεανθρώπου, χάριν πλείστην προσειληφώς, ᾯ ἀεὶ μὴ παύσῃ, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύων, ἰᾶσθαι ἀσθενείας, ψυχῆς καὶ σώματος.
Ὁ Οἶκος
Ἄγγελοι τὴν ψυχήν σου, Ἰουστῖνε λαβόντες, προσήνεγκαν αὐτὴν τῷ Δεσπότῃ· Ὅς ταύτην εὐμενῶς δεξάμενος ἐστεφάνωσε, βραβεύων τοὺς σεπτοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ ὁσιακά σου σκάμματα, ἡμεῖς δὲ περιχαρῶς τὴν μνήμην σου ἑορτάζοντες, συμφώνως ἐκβοῶμεν ταῦτα·
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το PROSKYNITIS.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
Τελευταία Ενημέρωση: 4 Ιουνίου 2026
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ













