Description
Ιστορικές Πληροφορίες
Ίσως σε ολόκληρο τον κόσμο να μην υπάρχει ούτε ένα χωριό που να διαθέτει δύο μεγάλα μοναστήρια, δύο αγίους και τρεις επισκόπους. Και όμως, το Λελίτς τα έχει όλα αυτά. Το ιερό προσκύνημα στο οροπέδιο που ονομάζεται Βελιμίροβιτσα Λούκα αποτελεί δημιουργία του Επισκόπου Νικολάου και του πατέρα του, Ντραγκομίρ. Καθαγιάστηκε το 1929 και έως το 1996 λειτουργούσε ως ενοριακός ναός, κατόπιν ως Μετόχι της Μονής Καόνε, και από το 2001 είναι ανεξάρτητη μονή. Από το 1991, τα ιερά λείψανα του Αγίου Επισκόπου Νικολάου της Σερβίας αναπαύονται στην τοποθεσία του μοναστηριού.
Η Μονή Λελίτς βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό, περίπου δέκα χιλιόμετρα νότια του Βαλίεβο. Πρόκειται για λοφώδες και ορεινό χωριό με πολλές καταβόθρες και λίγες πηγές και ρέοντα ύδατα. Είναι ένα από τα ελάχιστα, αν όχι το μοναδικό, που διαθέτει δύο μοναστήρια, δύο μεγάλους ιερούς τόπους – το προαναφερθέν Λελίτς και τις Τσέλιε – και τρεις επισκόπους: τον Νικόλαο, τον ανιψιό του Ιωάννη και τον Αρτέμιο. Είναι επίσης ξεχωριστό διότι σε αυτό έζησαν και σήμερα αναπαύονται ο Άγιος Νικόλαος και ο Αββάς Ιουστίνος, δύο στύλοι της σύγχρονης Ορθοδοξίας.
Το ιερό αυτό οικοδομήθηκε σε ένα ήπιο οροπέδιο που ονομάζεται Βελιμίροβιτσα Λούκα. Είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο τον Θαυματουργό, το συνηθέστερο σερβικό βαπτιστικό όνομα. Μεγαλύτεροι ευεργέτες του υπήρξαν ο Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος Αχρίδος και Ζίτσας και ο πατέρας του Ντραγκομίρ. Θεωρείται τόπος λατρείας εξαιρετικής σημασίας, καθώς φυλάσσει τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, του οποίου η λάρνακα βρίσκεται στη νότια πλευρά του κυρίως ναού.
Πλησιάζοντας στη μονή, συναντά κανείς στα δεξιά μια μεγάλη, καλαίσθητα διακοσμημένη αναμνηστική κρήνη. Απέναντι από τον δρόμο διακρίνεται ένα παραδοσιακό σπίτι με θαυμάσια θέα στο μοναστηριακό συγκρότημα. Μπροστά υψώνεται ο ναός με το καμπαναριό, η μονή και ο επιβλητικός περίβολος. Στην αυλή, δίπλα στον ναό, βρίσκεται το ηγουμενείο. Βόρεια εκτείνεται ευρύχωρη αυλή, όπου υπάρχει θερινό αρχονταρίκι, και νότια το κοιμητήριο, με τα παρεκκλήσια της οικογένειας Βελιμίροβιτς (όπου αναπαύεται ο Επίσκοπος Ιωάννης), της οικογένειας Νέντιτς, καθώς και μνημειακό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στους πολεμιστές του Λελίτς και γειτονικών χωριών που έπεσαν στους απελευθερωτικούς πολέμους της Σερβίας (1912–1918). Δυτικά της αυλής βρίσκεται ευρύχωρος και καλαίσθητος ξενώνας για προσκυνητές, ενώ ανατολικά του ιερού διακρίνεται η Κρήνη της Κάτας (μητέρα του), αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο.
Υπάρχει παράδοση σχετικά με την ίδρυση του ναού, καταγεγραμμένη στα χρονικά του. Ο Σβετοζάρ Ραντοσάβλιεβιτς, κάτοικος του Λελίτς, αφηγείται ότι όταν ήταν παιδί και έβοσκε τα ζώα με άλλα παιδιά, πέρασε από εκεί κάποιος Μίλαν Ραντοσάβλιεβιτς. Κάλεσε τα παιδιά και είπε: «Βλέπετε εκείνο το μέρος; Εκεί θα ανεγερθεί ένας όμορφος ναός. Εγώ δεν θα ζήσω να τον δω, ούτε πολλοί από εσάς· όμως κάποιοι θα τον δείτε». Ο Σβετοζάρ διηγείται ότι ο Μίλαν πέθανε προ πολλού, όπως και πολλά από τα παιδιά της τότε παρέας, και ότι ο ίδιος στάθηκε τυχερός που είδε να πραγματοποιείται η προφητεία. Η ιδέα για την ανέγερση του ναού ανήκε στον Νικόλαο Βελιμίροβιτς, τότε Επίσκοπο Αχρίδος. Κατά την επίσκεψή του στη γενέτειρά του συζήτησε το σχέδιο με τους χωρικούς, οι οποίοι συμφώνησαν με θέρμη να αποκτήσει και το Λελίτς τον δικό του ναό.
Ο Επίσκοπος ανάμεσα στους οικοδόμους
Ο Επίσκοπος Νικόλαος (βαπτιστικό όνομα Νίκολα) γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1880. Ο πατέρας του Ντραγκομίρ ήταν γραμματέας του χωριού και αποφάσιζε ποια παιδιά θα φοιτούσαν στο σχολείο. Από την οικογένεια Βελιμίροβιτς επέλεξε ένα άλλο αγόρι, γεγονός που δυσαρέστησε τον πατέρα του Νικολάου, ο οποίος σχολίασε: «Αν είναι τόσο καλό, γιατί δεν έγραψες τον δικό σου Νικ;» Έτσι ο Νικόλαος φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Μονής Τσέλιε, στο χωριό του, και υπήρξε άριστος μαθητής. Μετά το γυμνάσιο στο Βαλίεβο, γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου. Δίδαξε για ένα διάστημα σε χωριά της περιοχής. Σπούδασε σε πανεπιστήμια της Ελβετίας, Γερμανίας, Αγγλίας και Ρωσίας και εκπόνησε τρεις διδακτορικές διατριβές – δύο στη θεολογία (Βέρνη και Γλασκώβη) και μία στη φιλοσοφία (Γενεύη). Το 1909 εκάρη μοναχός στη Μονή Ρακόβιτσα κοντά στο Βελιγράδι και το ίδιο έτος χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και ιερομόναχος. Δίδαξε στη Θεολογική Σχολή «Άγιος Σάββας» στο Βελιγράδι και μετέβη για ανώτερες σπουδές στη Ρωσία. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η σερβική κυβέρνηση τον έστειλε σε διπλωματική αποστολή στην Αγγλία και τις ΗΠΑ για να αντικρούσει την αντισερβική προπαγάνδα. Το 1919 εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσας και το 1920, κατόπιν αιτήσεώς του, ανέλαβε την Επισκοπή Αχρίδος-Μπίτολα. Θεωρείται έως σήμερα μεγάλος στοχαστής, κήρυκας και μία από τις λαμπρότερες πνευματικές μορφές της Σερβίας.
Ο Επίσκοπος Νικόλαος κάλυψε τα έξοδα της ανέγερσης του ναού με το καμπαναριό και της αγιογράφησης του εσωτερικού του. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων, συμμετείχε προσωπικά στο χτήσιμο. Ο ναός ακολουθεί το πρότυπο του Ναού του Αγίου Ιωάννη Κανέο στην Αχρίδα, κτητορίας του Δούκα Γκργκούρ από το 1361. Πρόκειται για ναό με κεντρικό τρούλο, που στηρίζεται σε ελεύθερους πεσσούς (ανεπτυγμένος τύπος εγγεγραμμένου σταυρού). Οικοδομήθηκε από πέτρα, ασβέστη και πλίνθους, ενώ το εξωτερικό αρμολογήθηκε. Το τέμπλο, τα παράθυρα, οι θύρες και τα στασίδια είναι κατασκευασμένα από ξύλο καρυδιάς.
Το τέμπλο με τις εικόνες και τις τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκε από τους γνωστούς αγιογράφους Κρίστο Νίκολιτς και τον γιο του Ραφαήλο από το Λαζαρπόλιε, περιοχή μεταξύ Μπίτολα και Ντέμπαρ. Τα πρότυπα για τις τοιχογραφίες αναζητήθηκαν σε μοναστήρια της τότε νότιας Σερβίας και των σημερινών Σκοπίων, γεγονός που μαρτυρεί την έντονη επίδραση της βυζαντινής τέχνης. Οι τοιχογραφίες εκτελέστηκαν με την τεχνική al secco. Η αγιογράφηση του ναού του Λελίτς είναι ιδιαίτερα επιδέξια. Ξεχωρίζουν οι ολόσωμες μορφές των αγίων στην πρώτη ζώνη του νότιου τοίχου του κυρίως ναού, καθώς και οι μορφές των Πατέρων της Εκκλησίας στο ιερό βήμα. Στην ίδια ομάδα εντάσσονται και οι μορφές που απεικονίζονται στους πεσσούς.
Ωστόσο, οι αγιογράφοι παρουσίασαν και αδυναμίες, όπως σε ορισμένες σκηνές των Παθών του Χριστού στον νότιο τοίχο, όπου διακρίνεται γνώση της ανατομίας αλλά έλλειψη δεξιοτεχνίας στη σύνθεση. Ενώ στις εικόνες επιμένουν στις λεπτομέρειες — ακόμη και σε υπερβολικό βαθμό — στις τοιχογραφίες περιορίζουν τις λεπτομέρειες, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο χρώμα και στο περιεχόμενο της παράστασης, που τελικά «ευχαριστεί το μάτι».
Πόλεμος και μεταπολεμικοί διωγμοί
Το 1934 ο Επίσκοπος Νικόλαος επανήλθε στη θέση του Επισκόπου Ζίτσας, όπου παρέμεινε έως την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την περίοδο αυτή αναδείχθηκε ιδιαίτερα το εθνικοπολιτιστικό και χριστιανοπαιδαγωγικό του έργο. Κατά την κρίση του Κονκορδάτου το 1937 υπερασπίστηκε τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία με τον προφορικό και τον γραπτό του λόγο.
Αμέσως μετά την είσοδο των Γερμανών στο Κράλιεβο, τον Απρίλιο του 1941, συνελήφθη στη Μονή Ζίτσας και μεταφέρθηκε στη Μονή Λιουμπόστινια, όπου παρέμεινε έως το 1942. Έπειτα οδηγήθηκε στη Μονή Βόιλοβιτσα κοντά στο Πάντσεβο, όπου συνάντησε τον Πατριάρχη Γαβριήλ Ντόζιτς και τον ανιψιό του Ιωάννη. Τον Σεπτέμβριο του 1944 ο Πατριάρχης και ο Επίσκοπος Νικόλαος μεταφέρθηκαν στο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Απελευθερώθηκαν από τους Αμερικανούς στις 8 Μαΐου 1945.
Έζησε για ένα διάστημα στην Ευρώπη και κατόπιν μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δίδαξε σε ρωσική θεολογική ακαδημία και σε αρκετά ορθόδοξα σεμινάρια, μεταξύ αυτών και στο σερβικό σεμινάριο «Άγιος Σάββας» στο Λίμπερτιβιλ. Εκοιμήθη στη Ρωσική Μονή του Αγίου Τύχωνος στην Πενσυλβάνια στις 18 Μαρτίου 1956. Κατά την επιθυμία του, ετάφη στη Μονή Αγίου Σάββα στο Λίμπερτιβιλ, πλησίον των τάφων του βασιλιά Πέτρου Β΄ Καραγεώργεβιτς, του Γιόβαν Ντούτσιτς και άλλων. Εκεί αναπαυόταν έως τις 30 Απριλίου 1991, όταν τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Σερβία.
Η γιουγκοσλαβική κομμουνιστική κυβέρνηση εξαπέλυσε άνευ προηγουμένου εκστρατεία εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον προδότη και συνεργάτη των κατακτητών — κατηγορία που διατηρήθηκε και μετά τον θάνατό του. Με την καθιέρωση πολυκομματικού συστήματος τη δεκαετία του 1990, άρχισε να γίνεται λόγος πιο ελεύθερα για την προσωπικότητά του ως «ασύγκριτη πνευματική μορφή, θρησκευτικό φιλόσοφο, λαμπρό ρήτορα και χριστιανό κήρυκα, εθνικό συμφιλιωτή και ειρηνοποιό», καθώς και για το αθάνατο έργο του. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη μετακομιδή των λειψάνων του στη γενέτειρά του, το Λελίτς, όπου, σύμφωνα με τη διαθήκη του, επιθυμούσε να αναπαυθεί στην κτητορία που οικοδόμησε εν ζωή.
Τόπος μεγάλου προσκυνήματος
Στις 12 Μαΐου 1991 τα λείψανα του Επισκόπου Νικολάου υποδέχθηκαν πανηγυρικά στο Λελίτς. Συγκροτήθηκε επιτροπή υποδοχής και διοργανώθηκε πλούσιο πρόγραμμα «Προς τιμήν του Νικολάου». Παρευρέθηκαν περίπου 50.000 πιστοί και σχεδόν διακόσια λεωφορεία. Η πομπή που συνόδευε το σκήνωμα έγινε δεκτή στο Βαλίεβο από τις μοναχές της Μονής Τσέλιε. Ο δρόμος προς το Λελίτς είχε κατακλυστεί από πλήθη. Οι μοναχοί μετέφεραν το φέρετρο πεζή, ψάλλοντας ύμνους. Τη Θεία Λειτουργία τέλεσε ο Πατριάρχης Παύλος με τη συμμετοχή πολλών αρχιερέων.
Έκτοτε η μονή εξελίχθηκε σε σημαντικό προσκυνηματικό κέντρο. Καθημερινά τελούνται ακολουθίες και πλήθος πιστών από τη Σερβία και το εξωτερικό προσέρχεται για να προσκυνήσει. Όπως επισημαίνει ο σημερινός ηγούμενος, «όπου υπάρχει ζωντανή πίστη, υπάρχουν και θαύματα».
Η Δευτέρα Παρουσία
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους αγιογράφους υπήρξε η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον βόρειο τοίχο. Πρόκειται για σπάνια σύνθεση στη σύγχρονη σερβική ζωγραφική. Στο κέντρο δεσπόζει ο Ιησούς Χριστός ως Κριτής, καθήμενος σε θρόνο με αρχιερατικά άμφια.
Εγκαίνια
Παρά τη μεγάλη πείνα της εποχής, ο ναός ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο χρόνια (1927–1929). Εγκαινιάστηκε κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως το 1929 από τον Επίσκοπο Μιχαήλ Σάμπατς και Βαλίεβου, με συλλειτουργό με τον κτήτορα Επίσκοπο Νικόλαο και οκτώ ιερείς.
Παρεκκλήσιο των Πολεμιστών
Νοτιοανατολικά του ναού βρίσκεται μνημειακό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στους στρατιώτες του Λελίτς και των γύρω περιοχών που έπεσαν στους Βαλκανικούς και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χρηματοδοτήθηκε από τις οικογένειες των πεσόντων και από τον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄ Καραγεώργεβιτς. Καθαγιάστηκε το 1933. Περίπου σαράντα μέτρα νότια του ναού, ο Επίσκοπος Ιωάννης ανήγειρε το 1989 παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον θείο του Νικόλαο, όπου και ο ίδιος αναπαύεται.
Απολυτίκιον Αγίου Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τοῖς Μύροις Ἅγιε, ἱερουργὸς ἀνεδείχθης· τοῦ Χριστοῦ γὰρ Ὅσιε, τὸ Εὐαγγέλιον πληρώσας, ἔθηκας τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ λαοῦ σου, ἔσωσας τοὺς ἀθώους ἐκ τοῦ θανάτου· διὰ τοῦτο ἡγιάσθης, ὡς μέγας μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.
Ὁ Οἶκος
Ἀνυμνήσωμεν νῦν τὸν Ἱεράρχην ᾄσμασι, τὸν ἐν Μύροις λαοὶ ποιμένα καὶ διδάσκαλον, ἵνα ταῖς πρεσβείαις αὐτοῦ ἐλλαμφθῶμεν· ἰδοὺ γὰρ ὤφθη ὅλος καθάρσιος, ἀκήρατος πνεύματι, Χριστῷ προσάγων θυσίαν ἄμωμον, τὴν εἰλικρινῆ καὶ Θεῷ εὐπρόσδεκτον, ὡς ἱερεὺς κεκαθαρμένος τῇ ψυχῇ καὶ τῇ σαρκί· ὅθεν ὑπάρχει ἀληθῶς, τῆς Ἐκκλησίας προστάτης, καὶ ὑπέρμαχος ταύτης, ὡς μέγας μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ποταμὸν ἰαμάτων ὑπερχειλῆ, καὶ πηγήν σε θαυμάτων ἀνελλιπῆ, ἔδειξε Νικόλαε, τοῦ ἐλέους ἡ ἄβυσσος· οἱ γὰρ βαρείαις νόσοις, πικρῶς πιεζόμενοι, καὶ συμφοραῖς τοῦ βίου, δεινῶς ἐταζόμενοι, πάσης ἀθυμίας, ἀκεσώδυνον ὄντως, εὑρίσκουσι φάρμακον, τὴν θερμήν σου ἀντίληψιν· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Απολυτίκιον Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος και Ζίτσης
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Βάθη του Πνεύματος, Πάτερ ηρεύνησας όθεν εξέμαθες, ρήματα άρρητα και χρυσορρόας ποταμός εδείχθης τοις Ορθοδόξοις Σάββα γαρ θεόφρονος την οδόν ηκολούθησας του Λαού γενόμενος Ποιμενάρχης Χριστόψυχος διό πανευγνωμόνως την μνήμην, Νικόλαε Άγιε, τιμώμεν σου.
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το PROSKYNITIS.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
Τελευταία Ενημέρωση: 4 Μαρτίου 2026
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ



















