Description
Ιστορικά Στοιχεία
Όταν, επί της πατριαρχείας Mατθαίου B΄ (1598-1602) το Πατριαρχείο μεταφέρθηκε στο Φανάρι, εδώ υπήρχε ένας μικρός ναός, τιμώμενος επ’ ονόματι του αγίου Γεωργίου του Tροπαιοφόρου, που κατά την παράδοση ήταν το καθολικό μικρής γυναικείας μονής, και εξυπηρετούσε τις λατρευτικές ανάγκες του Διπλοφαναρίου, στον εσωτερικό χώρο του άλλοτε «κάστρου του Πετρίου». O μικρός ναός ανοικοδομήθηκε και επαυξήθηκε σε μέγεθος το 1614, από τον Πατριάρχη Tιμόθεο (1612-1620), ενώ στην αρχή του 18ου αιώνα καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά που έπληξε όλη την περιοχή του Φαναρίου, για να ανοικοδομηθεί, μεγαλύτερος και λαμπρότερος, από τον Πατριάρχη Iερεμία Γ΄ (1716-1726).
O Πατριάρχης Iερεμίας έχτισε την τρίκλιτη βασιλική που σώζεται ως σήμερα, με προσθήκες μόνο ως προς το ύψος της στέγης. H πυρκαγιά του 1738 έπληξε το Πατριαρχείο, δεν πείραξε όμως τον Πατριαρχικό Ναό. Πάντως, οι περισσότεροι ιστορικοί χρονολογούν την εγκατάσταση του Πατριαρχείου στον Άγιο Γεώργιο του Φαναρίου περί το 1600. Σύμφωνα με πληροφορία που διασώζει ο Πατριάρχης Iεροσολύμων Δοσίθεος (1669-1707), η ανοικοδόμηση και η επέκταση του ναού, το 1614, έγινε με διαταγή του Σουλτάνου Αχμέτ Α΄, από τον κάλφα και τους χριστιανούς μαστόρους που δούλευαν στην οικοδόμηση του σουλτανικού τζαμιού του Iπποδρομίου (γνωστού ως «Μπλέ τζαμί»). Aλλά και ο Πατριάρχης Kαλλίνικος B΄ ο Aκαρνάν, κατά την τρίτη πατριαρχεία του (1694-1702) προέβη σε επισκευές της τοιχοδομίας, καθώς και της στέγης του ναού.
Mετά την ανοικοδόμηση του ναού από τον Πατριάρχη Iερεμία Γ΄, κατέπεσε ο θόλος της στέγης, η οποία και ξαναχτίστηκε, κατά τις μαρτυρίες των πηγών, ενώ το ανακαινιστικό έργο των προκατόχων του συνέχισε και ο Πατριάρχης Παΐσιος B΄ κατά τις τέσσερις πατριαρχείες του (α΄ 1726-1732, β΄ 1740-1743, γ΄ 1744-1748, δ΄ 1751-1752). Tο 1798, ο Πατριάρχης Γρηγόριος E΄ προέβη σε στερεωτικές και προσθετικές εργασίες, ιδίως στο Ιερό Βήμα, με την προσθήκη δύο Aγίων Tραπεζών και την αφιέρωση του νοτίου κλίτους στην αγία Eυφημία και του βορείου κλίτους στους Tρεις Iεράρχες. Παραλλήλως, το παρεκκλήσιο του νοτίου κλίτους αφιερώθηκε και στην Παναγία την Παμμακάριστο, αφού εκεί βρίσκεται η ιστορική και θαυματουργή εικόνα της.
O Πατριάρχης Γρηγόριος ΣT΄ (1835-1840) ανοικοδόμησε τη στέγη του ναού, ανεβάζοντάς την στο ύψος που έχει σήμερα, καθώς το ύψος του παλαιοτέρου ναού έφτανε ως το σημείο όπου σήμερα βρίσκεται ο άμβωνας. Tο έργο σχεδίασε και εκτέλεσε ο αρχιτέκτονας Xατζή-Nικολής. Aλλά και κατά την πατριαρχική θητεία του Iωακείμ Γ΄ (α΄ 1878-1884, β΄ 1901-1912) αντικαταστάθηκε το πλακόστρωτο δάπεδο του Iερού Bήματος, ανακαινίστηκε το σύνθρονο, οι λάρνακες των ιερών λειψάνων, τα πλαίσια των εικόνων και εμπλουτίσθηκε ο ναός με νέα λαμπρά ιερά σκεύη και άμφια.
Πρόσφατα, κατά την πατριαρχεία της A.Θ.Π. του Oικουμενικού Πατριάρχου κ. Bαρθολομαίου ανακαινίσθηκαν, αποκαταστάθηκαν στο αρχαίον κάλλος και συντηρήθηκαν, τόσο ο πάνσεπτος Πατριαρχικός Ναός, όσο και τα κειμήλιά του, με χορηγία του Άρχοντος Mεγάλου Λογοθέτου της Mεγάλης του Xριστού Eκκλησίας, και Mεγάλου Eυεργέτου του Πατριαρχείου, μακαριστού Παναγιώτη Aγγελόπουλου, και της οικογένειάς του.
O Πατριαρχικός Ναός σήμερα
Στην σημερινή του μορφή, ο πάνσεπτος Πατριαρχικός Ναός του Aγίου Γεωργίου είναι τρίκλιτη βασιλική, με τρεις ημικυκλικές αψίδες στο ανατολικό τμήμα και με εγκάρσιο νάρθηκα στο δυτικό. Oι μακρές πλευρές του κτίσματος καμπυλώνονται ελαφρά, ενώ εσωτερικά τα κλίτη διακρίνονται με κιονοστοιχίες. Tο κεντρικό μάλιστα κλίτος και ο σολέας χαρακτηρίζονται από ευρυχωρία, ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος χώρος για τα λειτουργικά δρώμενα.
Όπως προαναφέρθηκε, το Διακονικό, στα νότια του Ιερού, και η Πρόθεση, στα βόρεια, έχουν διαμορφωθεί σε παρεκκλήσια, ενώ από το βόρειο παρεκκλήσι ξεκινά στενός διάδρομος, που οδηγεί σε μικρό Σκευοφυλάκιο, για να καταλήξει στο προαύλιο του ναού.
Στον μεγαλοπρεπή αυτό ναό έχουν γίνει λαμπρές Πατριαρχικές και Συνοδικές θείες λειτουργίες, ενθρονίσεις και κηδείες Πατριαρχών, υποδοχές αρχηγών κρατών και βασιλέων, χειροτονίες και ακολουθίες, καθώς εδώ χτυπά η καρδιά του Oικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και του Γένους ολοκλήρου, που εναποθέτει στις βαθμίδες του Πατριαρχικού θρόνου τα όνειρα, τις προσδοκίες και τα ζώπυρα της ύπαρξης και της πνευματικής του κατάρτισης.
O Πατριαρχικός Nαός του Aγίου Γεωργίου απεικονίζει, με την μεγαλοπρεπή του λιτότητα, την αρχοντιά του Oικουμενικού Πατριαρχείου.
Βίος Αγίας Ευφημίας
Η Αγία Ευφημία έζησε και μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.
Γεννήθηκε στη Χαλκηδόνα από οικογένεια θεοσεβή και ευγενική. Οι γονείς της Ψιλόφρων και Θεοδωριανή φρόντισαν ώστε η Θυγατέρα τους να αναπτύξει κάθε χριστιανική αρετή. Η Ευφημία εξελίχθηκε σε άνθρωπο με σπάνια χαρίσματα και δυνατό χριστιανικό φρόνημα, το οποίο επέδειξε όταν ο ειδωλολάτρης ανθύπατος της Μικράς Ασίας Πρίσκος διέταξε να παρευρεθούν όλοι οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας σε γιορτή, την οποία οργάνωνε προς τιμή του θεού των ειδωλολατρών Άρη. Τότε η Ευφημία αποφάσισε μαζί με άλλους χριστιανούς να απέχει από τη γιορτή των ειδωλολατρών και για το λόγο αυτό συνελήφθη και φυλακίσθηκε.
Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της οι εχθροί του Χριστού προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πείσουν την Αγία να αρνηθεί την πίστη της και να ασπασθεί τα είδωλα. Όταν συνειδητοποίησαν πως η Ευφημία δεν επρόκειτο να αλλάξει την πίστη της με τους λόγους, τη βασάνισαν φριχτά. Όμως με τη θεία χάρη, η Αγία δεν έπαθε τίποτα από τα βασανιστήρια. Τελικά οι δήμιοι, την έριξαν σε άγρια θηρία και η Ευφημία βρήκε το θάνατο από μία αρκούδα.
Βίοι Αγίων Επτά Μακκαβαίων, της μητέρας τους Σολομονής και του διδάσκαλόυ τους Ελεάζαρος
«Αὐτοκράτωρ ἐστὶ τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός» (Δ’ Μακκαβαίων, α’ 7, θ’ 4). Ο ευσεβής λογισμός είναι κυρίαρχος και εξουσιαστής επί των παθών. Αυτό με περίσσια ανδρεία απέδειξαν οι επτά αδελφοί Μακκαβαίοι με τη στάση τους απέναντι στο βασιλιά της Συρίας Αντίοχο (περί το 5327 από κτίσεως κόσμου ή 173 π.Χ.), όταν αυτός τους έταξε δόξες, τιμές και επίγειες απολαύσεις, αν αυτοί καταπατούσαν το Μωσαϊκό νόμο και έτρωγαν από τα απαγορευμένα φαγητά που τους πρόσφερε. Προηγήθηκε ο ενενηκονταετής διδάσκαλος τους, Ελεάζαρος, που εφάρμοσε στο έπακρο το νόμο που τους δίδασκε, με αποτέλεσμα ο Αντίοχος να τον ρίξει στη φωτιά.
Εμπνεόμενα από τη θυσία του γέροντα διδασκάλου τους, τα επτά αδέλφια κράτησαν την ίδια γενναία στάση απέναντι στο βασιλιά, όταν τους κάλεσε μπροστά του. Στην αρχή ο Αντίοχος προσπάθησε να τους κολακεύσει με διάφορα εγκώμια για τη νιότη τους. Τους είπε ότι αν έτρωγαν από τα ειδωλόθυτα που τους πρόσφερε, θα απολάμβαναν μεγάλες τιμές, και φυσικά θα τους έσωζε από το θάνατο. Τότε οι επτά αδελφοί απάντησαν στον Αντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναι σοῦ τὸν ἐπὶ τὴ παρανομῶ σωτηρία ἠμῶν ἔλεον». Δηλαδή, είναι περισσότερο επιβλαβής και απ’ αυτόν το θάνατο, νομίζουμε, η συμπάθειά σου για την παράνομη σωτηρία μας.
Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, με τροχούς, φωτιά και ακόντια, έναν-έναν τους σκότωσε όλους. Όταν είδε αυτό η μητέρα τους Σολομονή, ρίχτηκε μόνη της στη φωτιά και έτσι όλοι μαζί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου.
Τα ονόματα των Επτά Μακκαβαίών είναι: Αβείμ (ή Άβιβος), Αντώνιος (ή Αντωνίνος) ,Γουρίας, Ελεαζάρος, Ευσέβωνας, Αχείμ, Μάρκελλος (ή Σάμωνας, ή Εύλαλος ή Μάρκος).
Βίος Αγίας Θεοφανούς της Θαυματουργής
Η Αγία Θεοφανώ ήταν μια ευσεβέστατη και ενάρετη βασίλισσα, που εξυμνήθηκε πολύ από τους χρονογράφους της εποχής εκείνης, για την ευαγγελική της ζωή, τις ελεημοσύνες της και την άκρα ευσέβειά της.
Ήταν κόρη του Κωνσταντίνου του Μαρτινακίου, του Ιλλουστρίου και της Άννας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ανατράφηκε με επιμέλεια.
Σε κατάλληλη ηλικία, ο βασιλιάς Βασίλειος ο Μακεδόνας την έδωσε για σύζυγο στον γιό του Λέοντα τον Σοφό (886 – 912 μ.Χ.), με τον οποίο για 12 χρόνια ζούσε με αφοσίωση συζυγική και αναγνωρίστηκε αμέσως από τους συγχρόνους της σαν αγία και θαυματουργή για τα πολλά έργα αγάπης που έκανε.
Παρ’ όλο τα μεγαλεία και τον πλούτο που την πλαισίωνε, διατήρησε τη ταπεινοφροσύνη και την μετριοφροσύνη που την χαρακτήριζε πριν. Προτιμούσε να είναι απλά ντυμένη και να βρίσκεται δίπλα στους ανθρώπους που την χρειαζόντουσαν. Γι’ αυτό ντυνόταν απλά για να μην αναγνωρίζεται και με την συνοδεία δύο έμπιστων υπηρετριών της, γύρναγε στα σπίτια των φτωχών και κατατρεγμένων και πρόσφερε την βοήθειά της. Ήταν τόση η πίστη της, που αξιώθηκε να θαυματουργήσει. Όταν εγκατέλειπε η ιατρική επιστήμη κάποιον ασθενή διότι δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει, του επανέφερε την υγεία του η Αγία με την δύναμη της ψυχής της. Παρ’ όλο τις πίκρες που δέχθηκε στη ζωή της η Αγία Θεοφανώ υμνούσε τον Κύριο με μία άσβεστη φλόγα.
Όταν πέθανε, ο σύζυγός της, έκτισε ωραιότατο ναό, κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου εναποτέθηκε το τίμιο λείψανό της. Αυτό μετακόμισε ο Πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και από ‘κεί αργότερα μεταφέρθηκε στο Πατριαρχείο, όπου μέχρι σήμερα σώζεται.
Απολυτίκιο Αγίας Ευφημίας
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τῷ θείῳ ἔρωτι, Λαμπρῶς ἀθλήσασα, εἰς oσμὴν ἔδραμες, Χριστοῦ πανεύφημε, οἴα νεᾶνις παγκαλῆς, καὶ Μάρτυς πεποικιλμένη, ὅθεν εἰσελήλυθας, ἐiς παστάδα οὐράνιον, κόσμω διανέμουσα, ἰαμάτων χαρίσματα, καὶ σῴζουσα τοὺς σοὶ ἐκβοώντας, χαίροις θεόφρον Εὐφημία.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐν τῇ ἀθλήσει σου καλῶς ἠγωνίσω, καὶ μετὰ θάνατον ἡμᾶς ἁγιάζεις, ταῖς τῶν θαυμάτων βλύσεσι Πανεύφημε, ὅθεν σου τὴν κοίμησιν, τὴν ἁγίαν τιμῶμεν, πίστει παριστάμενοι, τῷ σεπτῷ σου λειψάνῳ, ἵνα ῥυσθῶμεν νόσων ψυχικῶν, καὶ τῶν θαυμάτων τὴν χάριν ἀντλήσωμεν.
Ὁ Οἶκος
Τῆς πανευφήμου ὁ ναός, Παράδεισος ἐδείχθη, ἐν μέσῳ κεκτημένος, φυτὸν ἀθανασίας, τὸ σῶμα ταύτης τὸ σεπτόν. Τούτου οἱ τρυγῶντες καρποὺς τοὺς εὐθαλεῖς, συντόμως ἁγιάζονται· ὁρῶντες δὲ θαυμάζουσιν, ὅτι πῶς τὸ νεκρὸν σῶμα, ὥσπερ ζῶν, ἀναβλυστάνει τὰ αἵματα, μυρίζοντα πάντας. Διὸ μετὰ σπουδῆς δεῦτε πάντες σὺν ἐμοὶ τῷ ταπεινῷ· καὶ καθαρθέντες μολυσμοῦ παντός, περιπτυξώμεθα τοῦτο, καὶ τῶν θαυμάτων τὴν χάριν ἀντλήσωμεν.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν νυμφίον σου Χριστὸν ἀγαπήσασα, τὴν λαμπάδα σου φαιδρῶς εὐτρεπίσασα, ταῖς ἀρεταῖς διέλαμψας Πανεύφημε· ὅθεν εἰσελήλυθας, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους, τὸ στέφος τῆς ἀθλήσεως, παρ᾽ αὐτοῦ δεξαμένη· ἀλλ᾽ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, τοὺς ἐκτελοῦντας ἐν πίστει τὴν μνήμην σου.
Απολυτίκιο Αγίας Θεοφανούς
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Προελομένη τὰ οὐράνια πόθω, Θεοφανῶ τὴν βιοτὴν διεξῆλθες, ἀγγελικῶς ἐν γῇ περιπολεύουσα• ὅθεν κατηξίωσαι, οὐρανίων χαρίτων, σὺν Ἀγγέλων τόξεσι, καὶ Ἁγίων χορείαις, παριστάμενη τῷ Παμβασιλεῖ ὂν ἐκδυσώπει, εὐρεὶν ἠμᾶς ἔλεος.
Κοντάκιον
Ήχος δ’. Επεφάνη σήμερον.
Εορτήν σου σήμερον, την λαμπροτάτην, εκτελούντες κράζομεν, Θεοφανώ, πανευσεβώς, τους σε υμνούντας διάσωσον, από παντοίων κινδύνων τους δούλους σου.
Ὁ Οἶκος
Ο των απάντων Πλαστουργός, και βασιλεύς των όλων, το της ψυχής ειλικρινές, της σης ω πανοσία, προγνούς πανσόφως, των φθαρτών, υψώσε σε, λαμπρύνας σε των αρετών ακτίσιν, ώσπερ δέον νυν εν ουρανοίς αυτώ συμβασιλεύουσαν, υμνούμεν σε κράζοντες μετά πόθου, διάσωσον από παντοίων κινδύνων τους δούλους σου.
Απολυτίκιο Αγίων Επτά Μακκαβαίων και της μητέρας αυτών Σολομονής
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῶν Μακκαβαίων τὸν ἐπτάριθμον δῆμον, σὺν τὴ μητρὶ Σολομονὴ τὴ ἁγία, καὶ Ἐλεάζαρ ἅμα εὐφημήσωμεν οὗτοι γὰρ ἠρίστευσαν, δι’ ἀγώνων νομίμων, ὡς φρουροὶ καὶ φύλακες, τῶν τοῦ Νόμου δογμάτων καὶ νῦν ὡς καλλιμάρτυρες Χριστοῦ, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν
Σοφίας Θεοῦ, οἱ στύλοι οἱ ἑπτάριθμοι, καὶ θείου φωτός, οἱ λύχνοιοι ἑπτάφωτοι, Μακκαβαῖοι πάνσοφοι, πρὸ Μαρτύρων μέγιστοι Μάρτυρες, σὺν αὐτοῖς τῷ πάντων Θεῷ, αἰτεῖσθε σωθῆναι τοὺς τιμῶντας ὑμᾶς.
Πηγή: Επίσημη Ιστοσελίδα Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Ορθόδοξος Συναξαριστής
Τελευταία Ενημέρωση: 17 Δεκεμβρίου 2025
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ













