Description
Βασικές πληροφορίες
Τὸ ὄρος Σινᾶ ἀποτελεῖ ἕνα ἑλληνορθόδοξο Μοναστικὸ κέντρο μὲ ἀδιάκοπη πνευματικὴ ζωὴ 18 αἰώνων. Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ στὴν ἔρημο πέριξ τοῦ ὄρους Χωρὴβ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν 3ο αἰῶνα, ἐνῶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ (6ος αἰ.) οἰκοδομεῖται ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἡ ὁποία καὶ καθίσταται ἔκτοτε τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ Σιναϊτικοῦ Μοναχισμοῦ.
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ κτίστηκε στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Χωρήβ, στὴν κορυφὴ τοῦ ὁποίου ὁ Προφήτης Μωυσῆς παρέλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὶς 10 ἐντολὲς καὶ τὸν Νόμο. Ἐντὸς τῶν τειχῶν της περιέκλεισε δύο σημαντικοὺς τόπους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: τὴν Ἀκατάφλεκτη Βάτο καὶ τὸ πηγάδι τοῦ Μωυσέως. Μέχρι σήμερα παραμένει ὡς ὁ ἱερὸς Βιβλικὸς τόπος ὅπου τὰ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης φωτίζονται καὶ ἑρμηνεύονται ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς λατρείας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Ἰσλὰμ Μωάμεθ, οἱ Ἄραβες χαλῖφες, οἱ Τοῦρκοι σουλτάνοι καὶ μεγάλοι Εὐρωπαῖοι ἡγέτες ὅπως ὁ Ναπολέων Βοναπάρτης ἔθεσαν τὴν Μονὴ ὑπὸ τὴν προστασία τους, διαφυλάσσοντάς την ἀλώβητη ἀπὸ σοβαρὲς καταστροφὲς καὶ λεηλασίες σὲ ὅλη τὴν μακρόχρονη ἱστορία της.
Ἐδῶ καὶ δύο αἰῶνες συνεργάζεται ἁρμονικὰ μὲ τὶς Ἀρχὲς τοῦ Αἰγυπτιακοῦ κράτους, μὲ τὶς ὁποῖες ἐπιλύει τὰ ἀνακύπτοντα προβλήματα. Παράλληλα, συνεργαζόμενη μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς τοπικῆς Αὐτοδιοίκησης καὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας, συντρέχει πάντοτε στὴν προώθηση καὶ διευθέτηση ὅλων τῶν τοπικῶν πολιτιστικῶν ἢ οἰκολογικῶν ζητημάτων, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν προβλημάτων διαβιώσεως τῶν Βεδουΐνων κατοίκων τοῦ Σινᾶ.
Τὸ 2003 ἡ Διεθνὴς κοινότητα διὰ τῆς UNESCO ἐνέταξε τὴν Ἱερὰ Μονὴ Σινᾶ μὲ ὅλα τὰ κινητὰ καὶ ἀκίνητα μνημεῖα της, καθὼς καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχή της, στὸν κατάλογο τῶν Μνημείων τῆς Παγκόσμιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς.
Ἀπὸ ὅλη τὴν γῆ, προστρέχουν στὴν Μονὴ τοῦ Σινᾶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἕως σήμερα, ἁπλοῖ ἄνθρωποι, μεγάλοι ἡγέτες, ἢ ἀναχωρητές. Οἱ Βεδουΐνοι κάτοικοι τῆς περιοχῆς τὴν αἰσθάνονται μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Αἰκατερίνα ὡς τοὺς μεγάλους τους προστάτες. Ἡ Μονὴ συνεχίζει σταθερὰ τὴν διακονία της μέσα στὸν χρόνο, ἀποτελώντας σημεῖο ἀναφορᾶς πιστῶν ὄχι μόνο τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ.
Κειμήλια
Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες μὲ συνεχῆ ζωὴ καὶ σπουδαιότερες Βιβλιοθῆκες τοῦ κόσμου σὲ παπύρους, χειρόγραφα, ἔντυπα καὶ ἔγγραφα διαφόρων γλωσσῶν. Μεταξὺ τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων διακρίνεται ὁ περίφημος «Σιναϊτικὸς Κῶδιξ» τοῦ 4ου αἰ. καὶ τὰ ἑκατὸν περίπου χειρόγραφα γραμμένα στὴν μεγαλογράμματη γραφὴ (7ος-11ος αἰ.). Τὴν συλλογὴ τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων διακρίνει τέτοια ποικιλία γραφῶν, ὥστε εἶναι δυνατὸν μόνον μὲ τὰ σιναϊτικὰ χειρόγραφα νὰ παρακολουθήσουμε τὴν διαδρομὴ καὶ ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μέχρι τῆς ἐφευρέσεως τῆς τυπογραφίας καὶ ἀργότερα.
Μεταξὺ τῶν κειμηλίων τῆς Μονῆς, ξεχωρίζει ὁπωσδήποτε ἡ συλλογὴ τῶν φορητῶν εἰκόνων, ἡ πλουσιότερη ἀριθμητικὰ καὶ σημαντικότερη παγκοσμίως. Τὸ Σινᾶ τυγχάνει ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους τόπους ὅπου σώζονται εἰκόνες τοῦ 6ου καὶ 7ου αἰῶνος, ἀπαράμιλλης ὀμορφιᾶς καὶ τεχνικῆς, μάλιστα δὲ οἱ παλαιότερες σωζόμενες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας.
Σινά και Παλαιά Διαθήκη
Τὸ Θεοβάδιστον ὄρος Σινᾶ εἶναι ὁ κατεξοχὴν ἱερὸς τόπος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐδῶ ὁ Προφήτης Μωυσῆς ἀξιώθηκε νὰ ἰδεῖ τὸν Θεό, νὰ συνομιλήσει μαζί Του, νὰ παραλάβει τὸν Νόμο, νὰ παρακολουθήσει ἐν ὁράματι τὴν Δημιουργία τοῦ κόσμου.
Ἐδῶ ἔγινε αὐτόπτης μάρτυς τοῦ θαύματος τῆς Φλεγομένης Βάτου, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης καὶ ἄλλους Πατέρες, προετύπωνε τὸ μυστήριο τοῦ Τόκου τῆς Παρθένου Μαρίας. Ὅπως ἡ Βάτος φλεγόταν ἀλλὰ δὲν καιγόταν, ἔτσι καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τίκτει τὸ φῶς τῆς Θεότητος χωρὶς νὰ φθαρεῖ, καὶ παραμένει ἀειπάρθενος κατὰ τὴν σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Στὸν ἱερώτατο τόπο τῆς ἁγίας Βάτου, αἰῶνες ἀργότερα, θὰ κτισθεῖ ἡ ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ θὰ ἀφιερωθεῖ ἀρχικῶς στὴν «Θεοτόκο τῆς Βάτου», ἑορταζομένη στὶς 25 Μαρτίου.
Ὁ Κύριος ἐκάλεσε τὸν Μωυσῆ ἐκ τῆς Βάτου καὶ αὐτὸς Τὸν ἐρωτᾶ: «ἐὰν οἱ ἀδελφοί μου μὲ ρωτήσουν ποιό εἶναι τὸ ὄνομά Σου, τί θὰ τοὺς εἰπῶ»; Τότε ὁ Θεὸς προβαίνει στὴν πρώτη μεγάλη Ἀποκάλυψή Του πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα: «ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν· στοὺς Ἰσραηλίτες θὰ εἰπεῖς· ὁ Ὢν μὲ ἀπέστειλε πρὸς ἐσᾶς» (βλ. Ἔξοδος Γ΄, 14). Ἀποκαλύπτεται ὡς πρόσωπο συγκεκριμένο, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ συνομιλήσει καὶ νὰ ἔλθει σὲ κοινωνία. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συγκλονιστικὰ γεγονότα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἕως ὅτου ὁ Θεὸς ἐσαρκώθη καί, ὀφθαλμοφανῶς πλέον, πάτησε ὡς ἄνθρωπος τὴν γῆ καὶ συνανεστράφη μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
Η ακατάφλεκτος βάτος
Γύρω στὰ 1300 π.Χ. (κατ᾿ ἄλλους τὸν 15ο αἰῶνα π.Χ.) καὶ ἐνῶ οἱ Ἰσραηλίτες καταδυναστεύονται στὴν Αἴγυπτο ἀπὸ τὸν Φαραώ, ὁ Προφήτης Μωυσῆς καταφεύγει στὸ Ὄρος Σινᾶ καταδιωκόμενος ἀπὸ τὸν Φαραώ (Ἔξοδος Β΄, 15). Στὸ πηγάδι τοῦ Ἰοθὸρ συναντᾶται μὲ τὶς ἑπτὰ θυγατέρες τοῦ Ἱερέως τῆς γῆς Μαδιάμ, οἱ ὁποῖες ἐπότιζαν τὰ πρόβατά τους. Ὁ Μωυσῆς τὶς προστατεύει ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσία τῶν ἄλλων βοσκῶν καὶ ὁ πατέρας τους Ἰοθὸρ τοῦ δίνει γιὰ σύζυγο τὴν κόρη του Σεπφώρα.
Ἔπειτα ἀπὸ 40 χρόνια προσευχῆς στὴν ἔρημο, καθὼς ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πεθεροῦ του, ὁ Μωυσῆς ἀξιώνεται νὰ ἰδεῖ τὸ φοβερὸ θέαμα τῆς Φλεγομένης καὶ μὴ κατακαιομένης Βάτου. Πλησιάζοντας, ἀκούει ἀπὸ τὴν Βάτο τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου: «Μὴ πλησιάσεις. Λῦσε τὰ ὑποδήματά σου. Ὁ τόπος ποὺ στέκεσαι εἶναι γῆ ἁγία» (βλ. Ἔξ. Γ΄, 2-5). Μετὰ ἀπὸ ἕναν δραματικὸ διάλογο τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Μωυσῆ (Ἔξ. Β΄-Γ΄), ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ ὑπακούει τελικῶς στὸ κέλευσμά Του καὶ ἐπιστρέφει στὴν Αἴγυπτο γιὰ νὰ ἡγηθεῖ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ στὴν ἔξοδό του πρὸς τὴν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας.
Η έξοδος από την Αίγυπτο στο Σινά
Μετὰ τὴν θαυμαστὴ διέλευση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης (κόλπος τοῦ Σουέζ) καὶ τὴν ἀποχώρηση ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς πατᾶ ἐλεύθερος τὴν χερσόνησο τοῦ Σινᾶ (Ἔξ. ΙΔ΄). Μετὰ ἀπὸ πορεία τριῶν ἡμερῶν διὰ τῆς ἐρήμου Σούρ (σημερινὸ Σοὺντρ ἢ Σάντρ), φθάνει στὰ πικρὰ ὕδατα τῆς Μερρᾶς (πιθανῶς τὸ σημερινὸ χαμμὰμ Φαραώ). Καθ᾿ ὁδηγίαν ἄνωθεν ὁ Μωυσῆς βουτᾶ τὸ ραβδί του στὰ ὕδατα «καὶ ἐγλυκάνθη τὸ ὕδωρ» γιὰ νὰ ξεδιψάσει ὁ κατάκοπος λαός (Ἔξ. ΙΕ΄, 22-25).
Ἑπόμενος σταθμός τους ἡ Αἰλείμ (σημερινὴ Ραϊθὼ ἢ Ἐλ-Τούρ), στὴν ὁποία συναντοῦν τὶς δώδεκα πηγὲς τῶν ὑδάτων (σημερινὸ χαμμάμ Μοῦσα, δηλ. λουτρὰ τοῦ Μωυσέως) καὶ τὰ ἑβδομήκοντα στελέχη τῶν φοινίκων (σήμερα καταπατημένος ἀχανὴς φοινικώνας τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ), ὅπου καὶ στρατοπεδεύουν (Ἔξ. ΙΕ΄, 27).
Διαπερνώντας τὴν ἔρημο Σίν (ἡ ἀπέραντη ἐπίπεδη ἔρημος μεταξὺ Ραϊθὼ καὶ τῶν ὀρέων τοῦ Σινᾶ) ἀξιώνονται τῆς θεϊκῆς δωρεᾶς τοῦ μάννα, διὰ τοῦ ὁποίου τρέφονταν στὴν συνέχεια ἐπὶ 40 ἔτη (Ἔξ. ΙΣΤ΄).
Μέσω τῆς κοιλάδος (Χ)εμπράν, κατὰ τὴν παράδοση, καταλήγουν στὴν τοποθεσία Ραφιδείν (Ἔξ. ΙΖ΄, 1). Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Προφήτης Μωυσῆς μὲ μερικοὺς πρεσβυτέρους προχωρᾶ ἕως τοῦ ὄρους Χωρήβ. Στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους, στὴν κοιλάδα Ἀρμπαΐν, κτυπᾶ κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ τὴν πέτρα μὲ τὸ ραβδί του καὶ πηγάζει θαυματουργικῶς ἄφθονο ὕδωρ γιὰ νὰ πιεῖ ὁ λαός (Ἔξ. ΙΖ΄, 2-7). Τὸ νερό, ποὺ ἀνέβλυζε ἐπὶ μῆνες, ἄφησε ἕως σήμερα ἀνεξίτηλα καὶ ὀφθαλμοφανῆ τὰ ἴχνη του πάνω στὸν βράχο, στὴν μέση τῆς κοιλάδας.
Ἐνῶ οἱ Ἑβραῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη στὴν Ραφιδείν, τοὺς ἐπιτίθενται οἱ Ἀμαληκίτες. Ὁ Μωυσῆς ἀνεβαίνει στὸν παρακείμενο λόφο, ἀπ᾿ ὅπου παρακολουθεῖ τὴν μάχη καὶ προσεύχεται μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια σὲ σχῆμα Σταυροῦ. Ἐνόσῳ στεκόταν ἔτσι, οἱ Ἰσραηλίτες ἐπικρατοῦσαν στὸν πόλεμο· ὅταν κουραζόταν καὶ κατέβαζε τὰ χέρια, ὑπερίσχυαν οἱ ἀντίπαλοι. Τελικῶς ὁ Ἀαρὼν καὶ ὁ Ὢρ ἀναλαμβάνουν νὰ στηρίξουν ἑκατέρωθεν τὰ χέρια τοῦ Μωυσῆ μέχρι τὸ ἑσπέρας, ὁπότε καὶ οἱ Ἰσραηλίτες νικοῦν ὁλοκληρωτικά (Ἔξ. ΙΖ΄, 8-16).
Ὡς προκύπτει γεωγραφικῶς σὲ συνδυασμὸ μὲ τοπικὴ παράδοση, ἡ τοποθεσία Ραφιδεὶν ταυτίζεται πιθανότατα μὲ τὴν περιοχὴ Οὐάτια, ὀλίγον ἄνωθεν τοῦ χωρίου Τάρφα, 15 περίπου χλμ πρὸ τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ. Στὸν τόπο αὐτὸ ὑφίσταται ναὸς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, εἰς ἀνάμνησιν τῆς προτυπώσεώς Του ἀπὸ τὸν Μωυσῆ κατὰ τὴν μάχη μὲ τοὺς Ἀμαληκίτες.
Στοὺς τρεῖς μῆνες ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή τους, οἱ Ἑβραῖοι φθάνουν στὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ (Ἔξ. ΙΗ΄, 5 & ΙΘ΄, 3) καὶ κατασκηνώνουν στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, κατέναντι τοῦ ὄρους (Ἔξ. ΙΘ΄, 2). Πρόκειται γιὰ τὸ σημερινὸ Οὐάντι Ράχα (κοιλάδα τῆς ἀναπαύσεως), τὸ ὁποῖο ἐκτείνεται πρὸς δυσμὰς τοῦ Χωρήβ, ὅπου ὁ λαὸς παρέμεινε γιὰ 11 περίπου μῆνες καὶ ἑόρτασε τὸ πρῶτο του Πάσχα.
Ἐδῶ ἐπισκέπτεται τὸν Μωυσῆ ὀ Ἰοθὸρ μὲ τὴν Σεπφώρα καὶ τοὺς δύο υἱούς του, στοὺς ὁποίους διηγεῖται τὴν πολυώδυνη περιπέτειά τους καὶ τὴν θαυμαστὴ συνδρομὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰοθόρ, πλήρης δοξολογίας, προσφέρει θυσίες καὶ ὁλοκαυτώματα στὸν Θεό, ἐπάνω στὸν παρακείμενο ὁμώνυμο λόφο κατὰ τὴν παράδοση, ὅπου σήμερα παρεκκλήσιον τῶν ἁγίων Θεοδώρων. Κατόπιν δίδει στὸν Μωυσῆ σοφώτατες συμβουλὲς ὡς πρὸς τὴν διοίκηση τοῦ λαοῦ (Ἔξ. ΙΗ΄).
Η θεοπτία
Στὴν συνέχεια λαμβάνουν χώρα τὰ κοσμοϊστορικὰ γεγονότα τῆς ἁγίας Κορυφῆς. Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἐν πρώτοις ἀπὸ τὸν λαὸ μέσῳ τοῦ Μωυσέως νὰ συντάξει μαζί του Διαθήκη. «Ἐὰν ἀκούσετε τῆς φωνῆς μου καὶ φυλάξετε τὴν διαθήκη μου, θὰ μοῦ εἶστε λαὸς περιούσιος, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον» (βλ. Ἔξ. ΙΘ΄, 5-6). Ὁ λαὸς δέχεται ὁμοθυμαδόν, καὶ εἰς ἐπιβεβαίωσιν ὁ Κύριος «κατεβαίνει» στὸ ὄρος Σινᾶ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ. «Φωναί, ἀστραπαὶ καὶ νεφέλη γνοφώδης ἐπὶ τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ φωνὴ σάλπιγγος μεγάλη, καὶ ἐπτοήθη ὅλος ὁ λαός» (βλ. Ἔξ. ΙΘ΄, 16). Τὸ ὄρος τὸ Σινᾶ ἐκαπνίζετο ὅλον (Ἔξ. ΙΘ΄, 18) καὶ ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν Μωυσῆ νὰ ἀνεβεῖ στὴν κορυφὴ γιὰ νὰ τοῦ παραδώσει τὸν Νόμο Του. Ἔντρομος ὁ λαὸς λέγει στὸν Μωυσῆ: «Σὺ νὰ μᾶς μιλᾶς καὶ ὄχι ἀπευθείας ὁ Θεός, ὥστε νὰ μὴ ἀποθάνουμε» (βλ. Ἔξ. Κ΄, 19).
Ὁ Μωυσῆς μεταφέρει στὸν λαὸ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου καὶ ὁ λαὸς ὑπόσχεται ἐκ νέου ἀφοσίωση πρὸς Αὐτόν (Ἔξ. ΚΔ΄, 3). Τότε ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν Μωυσῆ νὰ ἀνεβεῖ ξανὰ στὸ ὄρος γιὰ νὰ τοῦ παραδώσει τὶς λίθινες πλάκες. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ κατέβηκε ἐπὶ τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ τὸ ἐκάλυψε νεφέλη ἐπὶ ἕξι ἡμέρες. Ὁ λαὸς ἔβλεπε τὴν δόξα τοῦ Κυρίου ὡς πῦρ φλέγον (Ἔξ. ΚΔ΄, 17). Τὴν ἑβδόμη ἡμέρα ὁ Κύριος καλεῖ τὸν Μωυσῆ ἐκ τῆς νεφέλης. Ὁ Μωυσῆς εἰσέρχεται σὲ αὐτήν, ἀνεβαίνει στὴν κορυφὴ καὶ παραμένει ἐκεῖ 40 ἡμερονύκτια (Ἔξ. ΚΔ΄, 18).
Ὁ Θεὸς δίδει στὸν Μωυσῆ λεπτομερεῖς ὁδηγίες γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἱερατικὴ καὶ λατρευτικὴ τάξη (Ἔξ. ΚΕ΄-ΛΑ΄). Στὸ τέλος δέ, τοῦ παραδίδει τὶς δύο λίθινες πλάκες, γραμμένες ἀμφίπλευρα ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ (Ἔξ. ΛΑ΄, 18).
Κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὄρος, ἀντικρύζει τὸν λαὸ νὰ γλεντᾶ, λατρεύοντας ὡς θεὸ ἕνα χρυσὸ μοσχάρι (στὸν τόπο αὐτό, στὴν κορυφὴ ἑνὸς λοφίσκου, ὑφίσταται σήμερα παρεκκλήσι τοῦ Προφήτου Ἀαρών). Ὁργισμένος ρίπτει τὶς δύο πλάκες στὸν κρημνὸ καὶ τὶς κάνει συντρίμμια. Ἀκολουθεῖ ἡ μεταμέλεια καὶ διαλλαγὴ τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Θεό, ἐνῶ ὁ ἴδιος, σὲ ρόλο μεσίτου, συνομιλεῖ μὲ τὸν Κύριο ἐνώπιος ἐνωπίῳ. Τότε λαμβάνει τὸ θάρρος καὶ τοῦ λέγει: «Ἂν ὄντως βρῆκα χάρι ἐνώπιόν Σου, ἐμφανίσου μπροστά μου γιὰ νὰ σὲ ἰδῶ καὶ νὰ βεβαιωθῶ ὅτι τὸ ἔθνος τοῦτο εἶναι λαὸς δικός σου» (βλ. Ἔξ. ΛΓ΄, 13). Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾶ: «Κι αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς θὰ σοῦ τὸ κάνω. Πλὴν ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδεῖ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπό μου καὶ νὰ ἐπιζήσει. Θὰ σὲ τοποθετήσω στὴν ὀπὴ τῆς πέτρας καὶ θὰ περάσω ἐμπρός σου. Τότε θὰ ἰδεῖς τὰ νῶτα μου, τὸ δὲ πρόσωπό μου δὲν θὰ σοῦ φανερωθεῖ» (βλ. Ἔξ. ΛΓ΄, 17-23).
Ὁ Μωυσῆς παραμένει στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους ἄλλα 40 ἡμερονύκτια καὶ γράφει ὁ ἴδιος πλέον τὶς 10 ἐντολὲς καθ᾿ ὑπαγόρευσιν τοῦ Κυρίου, σὲ δύο νέες πλάκες ποὺ λάξευσε ὁ ἴδιος (Ἔξ. ΛΔ΄, 28). Κατεβαίνοντας πρὸς τὸν λαό, ἡ ὄψη τοῦ προσώπου του ἦταν δεδοξασμένη, καὶ ὁ λαός, πλήρης δέους, τοῦ ζητᾶ νὰ θέσει κάλυμμα στὸ πρόσωπό του ἐνόσῳ τοὺς ὁμιλεῖ μεταφέροντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ (Ἔξ. ΛΔ΄, 29-35).
Στὶς 20 τοῦ 2ου μηνὸς τοῦ 2ου ἔτους ἀπὸ τῆς Ἐξόδου ἐξ Αἰγύπτου, ὁ Ἰσραὴλ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τοῦ ἁγίου Ὄρους πρὸς τὴν Φαρὰν τῆς Κάδης (Ἀριθμοὶ Ι΄, 11), ἀκολουθώντας τὴν νεφέλη ποὺ τοὺς ἔσκεπε θαυματουργικῶς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.
Ο Προφήτης Ηλίας
Κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα π.Χ. καταφθάνει στὸ ὄρος Σινᾶ κυνηγημένος ὁ μέγας Προφήτης Ἠλίας.
Μετὰ τὴν κατατρόπωση τῶν ἱερέων τοῦ Βάαλ (Βασιλειῶν Γ΄, ΙΗ΄), ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ ἀναζητᾶ ἐξαγριωμένη τὸν ἀνυπότακτο Προφήτη γιὰ νὰ τὸν θανατώσει. Φοβισμένος ἐκεῖνος ἀποδιδράσκει. Τὴν νύχτα ἐκείνη, ἀπελπισμένος, εἶπε: «Ἀρκεῖ, τώρα, Κύριε· λάβε τὴν ψυχή μου πλέον, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς πατέρες μου!» (Βασιλειῶν Γ΄, ΙΘ΄, 4). Ἐνισχυμένος ἀπὸ βοήθεια θεϊκὴ πεζοπορεῖ ἕως τοῦ ὄρους Χωρὴβ καὶ καταλύει σὲ μικρὸ σπήλαιο (Βασιλειῶν Γ΄, ΙΘ΄, 9) κάτωθεν τῆς ἁγίας Κορυφῆς (ὅπου σήμερα τὸ ὁμώνυμο παρεκκλήσι). Καὶ πάλι κραυγάζει πρὸς τὸν Κύριο· ἐγκατέλιπόν σε οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος (δηλ.: σὲ ἐγκατέλειψε ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἔχω ἀπομείνει ἐγὼ ὁλότελα μόνος).
Τότε ὁ Θεὸς παρηγορεῖ τὸν ἐκλεκτὸ δοῦλο Του καὶ τοῦ ὑπόσχεται πὼς θὰ διέλθει ἐνώπιόν του. Καὶ νά, ἄνεμος φοβερός, ἔπειτα σεισμός, κατόπιν πῦρ· ἀλλὰ δὲν εὑρισκόταν σὲ αὐτὰ ὁ Κύριος. Στὸ τέλος ὁ Κύριος κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία Του ὡς φωνὴ αὔρας λεπτῆς (Βασιλειῶν Γ΄, ΙΘ΄, 12). Στὰ νέα παράπονα ἀπογνώσεως τοῦ Ἠλία ὁ Κύριος τοῦ γνωστοποιεῖ ὅτι δὲν εἶναι μόνος· ἄλλοι 7.000 ἄνθρωποι παραμένουν πιστοὶ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δὲν ἔχουν προσκυνήσει τὸν Βάαλ. Ἔτσι, τὸν ἐνισχύει περαιτέρω καὶ τοῦ ἀναθέτει τὴν νέα του ἀποστολή.
Η διαδρομή
Ἡ συνήθης διαδρομὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται σήμερα γιὰ τὴν ἐπίσκεψη στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ Κάιρο. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ δρόμος ὁδηγεῖ στὸ Σουέζ (τὸ ἱστορικὸ Κλύσμα) καὶ περνᾶ ἀπὸ ὑποθαλάσσια-ὑπόγεια σήραγγα κάτωθεν τῆς διώρυγας τοῦ Σουέζ. Ἑπόμενη ἱστορικὴ θέση στὴν διαδρομὴ εἶναι τὸ Ράς Σάντρ (τὰ βιβλικὰ Πικρὰ Ὕδατα τῆς Μερρᾶς). Ἕπεται ὁ ἀσκητικὸς τόπος Ἀμπου-Σαμίνα καὶ ἡ κοιλάδα Γαράντιλι, παραδοσιακὸς χῶρος μεταφορᾶς οἰκοδομικῶν ὑλικῶν. Στὴν διασταύρωση τοῦ Ἀμπου-Ρντές (χῶρος ἱστορικοῦ φυλακείου καὶ σταθμοῦ τῶν καραβανιῶν) ὁ δρόμος διχάζεται. Πρὸς Ἀνατολὰς ὁ δρόμος ἀνηφορίζει στὸν ὀρεινὸ ὄγκο τοῦ Νοτίου Σινᾶ, τὸ καθαυτὸ Σινᾶ. Διέρχεται ἀπὸ τὴν ὄαση τῆς Φαράν, ὅπου τὰ ἐρείπια τῆς ὁμώνυμης ἱστορικῆς ἀρχαίας πόλεως καὶ τὸ Σιναϊτικὸ γυναικεῖο ἡσυχαστήριο, καὶ ἀκολούθως ἀπὸ τὸ χωριὸ Τάρφα, ὅπου κεῖται ἑτέρα Σιναϊτικὴ σκήτη. Ἡ συνολικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιο τοῦ Καΐρου ὣς τὴν Μονὴ εἶναι 430 χλμ καὶ διαρκεῖ περίπου 6 ὥρες.
Μετὰ τὴν διασταύρωση τοῦ Ἀμπου-Ρντές, πρὸς Νότον ὁ δρόμος ὁδηγεῖ στὴν παραθαλάσσια πόλη τῆς Ραϊθὼ ἢ Ἐλ-Τούρ (ἡ βιβλικὴ Αἰλείμ) μὲ τὸ ἱστορικὸ Σιναϊτικὸ Μετόχι τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ ἐν συνεχείᾳ στὸ σύγχρονο θέρετρο Σάρμ ἐλ-Σέιχ. Μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, οἱ προσκυνητὲς συνήθως ἔπλεαν διὰ θαλάσσης ἀπὸ τὸ Σουὲζ ἕως τὴν Ραϊθώ, ἀναπαύονταν στὸ ἐκεῖσε Μετόχι ὅπου διέμενε μονίμως Σιναΐτης μοναχὸς καὶ διὰ πορείας τριῶν ἡμερῶν μὲ τὶς καμῆλες μέσῳ τῆς κοιλάδος Ἴσλι ἔφθανε στὴν Μονή. Στὴν διαδρομὴ αὐτὴ σώζονται μεγάλα κτιστὰ τμήματα τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ.
Οἱ προσκυνητὲς ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἔφθαναν στὴν βορειοανατολικὴ πλευρὰ τῆς χερσονήσου τοῦ Σινᾶ μέσῳ Γιάφας (ἡ ἀρχαία Ἰώπη) ἢ Γάζας. Ἀντιστοίχως σήμερα, περνοῦν ἀπὸ τὴν Τάμπα, ποὺ εὑρίσκεται στὸν μυχὸ τοῦ κόλπου τῆς Ἄκαμπα, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Ἐϊλὰτ (ἡ ἀρχαία Ἀϊλά) τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἀπέχει ἀπὸ τὴν Μονὴ περὶ τὶς 3 ὥρες.
Η Αγία Αικατερίνη και η σύνδεση με το Μοναστήρι του Σινά
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ σεμνύνεται ὡς φέρουσα τὸ ὄνομα τῆς πλέον λαοφιλοῦς καὶ σεβαστῆς γυναίκας Ἁγίας, τῆς μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης. Ἡ χαριτόβρυτος εὐλογία τῶν ἱερῶν της λειψάνων, ποὺ ἀποθησαυρίζονται στὴν Μονή, ἡ ἄμαχος προστασία της καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαύματά της πρὸς κάθε ἄνθρωπο, τὴν ἀνέδειξαν στὸ διάβα τῶν αἰώνων πολιοῦχο τοῦ Σινᾶ καὶ κατέστησαν τὴν ἑορτή της κεντρικὴ πανήγυρη τῆς Μονῆς, ὑπερφαλαγγίζοντας ἀκόμη καὶ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς ποὺ συνέδεσαν τὸ ὄνομά τους μὲ τὴν ἔρημο τούτη: τὸν προφήτη Μωυσῆ, τὸν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἀκόμη καὶ τὴν Θεοτόκο τῆς Βάτου, στὴν ὁποία καὶ ἦταν ἀφιερωμένη ἡ Μονὴ ἀπὸ τοὺς κτίτορες.
Ὁ βίος τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, τὸ «μαρτύριό» της, κατὰ τὴν ὁρολογία τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ἦταν φυσικὸ νὰ διαδοθεῖ εὑρέως μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ νὰ ἀγαπηθεῖ πολύ. Σήμερα σώζεται σὲ διάφορες παραλλαγές, ἡ παλαιότερη ἐκ τῶν ὁποίων, ἀνωνύμου συγγραφέως, ἀνάγεται στὰ τέλη τοῦ 6ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνος καὶ ἀπετέλεσε τὴν βάση γιὰ τὴν σύνταξη τοῦ ἐπισήμου βίου ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Μεταφραστή (10ος αἰ). Στὸ παρελθὸν διατυπώθηκε μεταξὺ ἄλλων ἡ ὑπόθεση ὅτι ἡ ἀνώνυμη ἀναφορὰ τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας στὸ ἔργο του Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία (4ος αἰ.) ἀφορᾶ τὴν ἁγία Αἰκατερίνα.
Βίος της Αγίας Αικατερίνης
Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης διαδραματίστηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Γεννήθηκε ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς γύρω στὰ 286 μ.Χ, στὰ τέλη τῶν διωγμῶν τῶν εἰδωλολατρῶν βασιλέων κατὰ τῶν χριστιανῶν. Προικισμένη φυσικῶς μὲ σπάνια εὐφυΐα, στὰ δεκαοκτώ της χρόνια εἶχε ἐκπαιδευθεῖ ἐνδελεχῶς σὲ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς: φιλοσοφία, ρητορική, ποίηση, μουσική, φυσική, μαθηματικά, ἀστρονομία, ἰατρική, ἐνῶ κατεῖχε εἰς βάθος καὶ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία. Ἄφθαστη στὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ κάλλος, εὐγενεστάτη στὴν καταγωγὴ καὶ ἀσυναγώνιστη στὰ πλούτη, ὑπῆρξε νύφη περιζήτητη ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπιφανεῖς ἄρχοντες. Ἐκείνη ὅμως, ὄντως φιλόσοφος, παρέμεινε παρθένος, ποθώντας νὰ νυμφευθεῖ τὸν αἰώνιο Νυμφίο Χριστό.
Τὸ 304 μ.Χ, στὴν διάρκεια λαμπρῆς εἰδωλολατρικῆς ἑορτῆς κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ πολίτες διετάχθησαν αὐστηρῶς νὰ προσφέρουν θυσίες στοὺς θεούς, ἡ Αἰκατερίνα, μὴ ὑποφέροντας νὰ βλέπει τὴν ἀπώλεια τόσων ψυχῶν καὶ τὴν ἀποστασία τόσων χριστιανῶν ἐξαιτίας τοῦ φόβου των, παρρησιάζεται ἐνώπιον τοῦ αὐγούστου Μαξιμίνου καὶ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὴν ἀπόνοιά του κηρύσσοντας Θεὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκεῖνος τῆς ἀντιπαρατάσσει πενήντα διακεκριμένους ρήτορες καὶ τοὺς ἀναθέτει νὰ τὴν ἀποστομώσουν. Ἀντὶ τούτου ὅμως, ἑλκύονται οἱ ἴδιοι στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ἀντλοῦσε ἡ Αἰκατερίνα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Ἕλληνες σοφούς, καὶ θανατώνονται πάραυτα διὰ πυρὸς ἀπὸ τὸν ἔξαλλο βασιλέα. Τὶς ἑπόμενες ἡμέρες ἡ σύζυγός του καὶ ὁ πρωτοκλασσάτος στρατηλάτης του μὲ πλείστους στρατιῶτες ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμά τους, στὴν ὁμολογία πίστεως καὶ στὸν μαρτυρικὸ θάνατο.
Τέλος, μετὰ ἀπὸ φοβερὰ βασανιστήρια –καὶ μάλιστα τὸν σατανικὸ στὴν ἐπινόησή του τροχό– στὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη, ἀλλὰ καὶ συνεχεῖς παράδοξες θαυματουργίες ποὺ ἐπιτελοῦσε ὁ Κύριος, ἡ Αἰκατερίνα δέχεται καὶ αὐτὴ τὸ διὰ ξίφους τέλος. Ἄγγελοι τότε προσῆλθαν, παρέλαβαν τὸ σκήνωμά της καὶ τὸ μετεκόμισαν στὴν ὑψηλότερη κορυφὴ τῆς χερσονήσου τοῦ Σινᾶ, τὴν κορυφὴ τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀποκαλουμένη Gebel Katrin ἀκόμη καὶ σήμερα ἀπὸ τοὺς Ἄραβες.
Μετακομιδή του σκηνώματος
Σύμφωνα μὲ ἰσχυρὴ σιναϊτικὴ παράδοση, καταγεγραμμένη ἐν πρώτοις ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νεκτάριο Σιναΐτη (1670)[2], τὸ Λείψανο τῆς Μάρτυρος φυλασσόταν ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς στὴν κορυφὴ γιὰ τρεῖς περίπου αἰῶνες, μέχρις ὅτου μετεφέρθη ἐντὸς τοῦ Καθολικοῦ τῆς νεοανεγερθείσης κατὰ τὸν 6ο αἰῶνα ἰουστινιάνειας Μονῆς. Στὸ σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς ἐκτίθεται περίτεχνη μαρμάρινη λάρνακα μὲ εἰδικὴ βάθυνση στὸ ἐσωτερικό της γιὰ τὴν συλλογὴ τοῦ μύρου ποὺ ἀνέβλυζε ἀδιαλείπτως, στὴν ὁποία διεφυλάχθη γιὰ μερικοὺς αἰῶνες τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας. Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος ἐναπετέθη σὲ νεώτερη λάρνακα μὲ κιβώριο, τὴν ὁποία κατεσκεύασε ὁ ὀνομαστὸς λιθοξόος καὶ σκευοφύλαξ τῆς Μονῆς Προκόπιος Καισαρεὺς χρησιμοποιώντας καὶ παλαιοχριστιανικὰ θωράκια, ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο «ἀνάλωσε ἐννέα χρόνων ἐπιτηδειότητα». Ἡ λάρνακα κεῖται στὴν νότια πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βήματος τοῦ Καθολικοῦ, ἐνῶ παραπλεύρως ἀπόκεινται ἄλλες δύο ἀργυρὲς λάρνακες, δωρεὲς στὴν Μονὴ ἀπὸ τὴν Ρωσσία.
Διάδοση και τιμή της Αγίας
Γύρω στὰ 1025, ὁ ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ ἅγιος Συμεὼν ὁ Πεντάγλωσσος μετέφερε λείψανα τῆς Ἁγίας στὴν Rouen τῆς Γαλλίας καὶ στὴν Trèves τῆς Γερμανίας. Ἡ φήμη καὶ ἡ τιμή της διαδίδονται πλέον στὴν Εὐρώπη καὶ ἡ Μονὴ τοῦ Σινᾶ καρποῦται τὸ σέβας ὅλων τῶν χριστιανῶν καὶ δὴ τῶν βασιλέων καὶ ἡγεμόνων, ὅπως δηλώνουν περίτρανα τὰ πολύτιμα ἀφιερώματά των. Σιγὰ-σιγὰ ἡ λαοφιλὴς ἁγία Αἰκατερίνα κυριαρχεῖ στὸ σιναϊτικὸ ἑορτολόγιο, ἡ εἰκόνα της τοποθετεῖται στὸ τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ μαζὶ μὲ τοῦ προφήτου Μωυσέως, ἐνῶ στὸ νεώτερο τέμπλο τοῦ 1612 καταλαμβάνει ἐπισήμως τὴν θέση τῆς πολιούχου τῆς Μονῆς. Σήμερα ἡ Μονὴ τῆς Βάτου, ἡ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ, εἶναι παγκοσμίως γνωστὴ ὡς ἡ Μονὴ τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης.
Ἡ ἁγία Αἰκατερίνα ἀπετέλεσε προσφιλὲς θέμα στὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη καὶ ἀπεικονίστηκε σὲ εἰκόνες, χρυσοκέντητα ὑφάσματα καὶ ἔργα μικροτεχνίας. Στὸ σκευοφυλάκιο τοῦ Σινᾶ ἐκτίθεται μεταξὺ ἄλλων ἡ παλαιότερη χρονολογημένη (11ος αἰ.) εἰκόνα της, ἐνῶ ἀργότερα δημιουργεῖται ἡ παράδοση τῆς παράλληλης ἀπεικονίσεως σκηνῶν τοῦ μαρτυρίου της. Ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα, στὶς σκηνὲς αὐτὲς προστίθεται καὶ τὸ ἐπεισόδιο τῆς μεταστροφῆς τῆς Ἁγίας στὸν χριστιανισμό ἀπὸ τὸν ἅγιο ἐρημίτη καὶ τῆς «μνηστείας» της μὲ τὸν Χριστό. Σήμερα, σύμφωνα μὲ παλαιὸ ἔθιμο, οἱ προσκυνητὲς λαμβάνουν ὡς εὐλογία τὸ ἀργυρὸ δακτυλίδι τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ δακτυλιδίου ποὺ δώρησε ὁ Χριστὸς στὴν ἴδια. Τὸ δακτυλίδι αὐτὸ συμβολίζει τὸν πνευματικὸ ἀρραβῶνα μὲ τὸν Χριστὸ καὶ εἶναι ἁγιασμένο στὰ ἱερά της Λείψανα.
Απολυτίκιο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού
Ἦχος βαρύς.
Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι.
Κοντάκιον
Ἦχος βαρύς. Αὐτόμελον.
Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο, ἵνα ὅταν σε ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.
Μεγαλυνάριον
Θέλων ἐπιδεῖξαι τοῖς Μαθηταῖς, δύναμιν ἐξ ὕψους καὶ σοφίαν παρὰ Πατρός, ἐν ὄρει ἀνῆλθες, Χριστὲ τῷ Θαβωρίῳ, καὶ λἀμψας ὡς Δεσπότης τούτους ἐφώτισας.
Ὁ Οἶκος
Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μὴ πάντοτε χαμερπεῖς, οἱ συγκάμπτοντες εἰς γῆν τὴν ψυχήν μου λογισμοί, ἐπάρθητε καὶ ἄρθητε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως, προσδράμωμεν Πέτρῳ καὶ τοῖς Ζεβεδαίου, καὶ ἅμα ἐκείνοις τὸ Θαβώριον ὄρος προφθάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν σὺν αὐτοῖς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φωνῆς δὲ ἀκούσωμεν, ἧς περ ἄνωθεν ἤκουσαν, καὶ ἐκήρυξαν, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα
Απολυτίκιο Μωυσή του Θεόπτη
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γνόφον ἄυλον, τεθεαμένος, νόμον ἔνθεον, πλαξὶν ἐδέξω, ὡς θεάμων μυστηρίων τοῦ Πνεύματος καὶ καταπλήξας τὴν Αἴγυπτον θαύμασι, δημαγωγὸς Ἰσραὴλ ἐχρημάτισας. Μωυσῆ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Μωϋσέως τὴν μνήμην, Κύριε, ἑορτάζοντες, δι᾽αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Απολυτίκιο Αγίας Αικατερίνης
Ἦχος δ’.
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ, ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὴν πανεύφημον νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν, Αἰκατερίναν τὴν θείαν καὶ πολιοῦχον Σινᾶ, τὴν βοήθειαν ἡμῶν καὶ ἀντίληψιν· ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς, τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει, καὶ νῦν ὡς Μάρτυς στεφθεῖσα, αἰτεῖται πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν σοφίαν ἄνωθεν, κομισαμένη τοῦ λόγου, τῶν ῥητόρων ἤλεγξας, τὰς φληναφίας εὐτόνως· κάλλεσι, τῆς παρθενίας ὡραϊσμένη, αἵμασι, τῆς μαρτυρίας πεποικιλμένη· διὰ τοῦτό σε ὡς νύμφην, Αἰκατερίνα Χριστὸς προσήκατο.
Έτερον Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Χορείαν σεπτήν, ἐνθέως φιλομάρτυρες, ἐγείρατε νῦν, γεραίροντες τὴν πάνσοφον, Αἰκατερίναν· αὕτη γάρ, ἐν σταδίῳ τὸν Χριστὸν ἐκήρυξε, καὶ τὸν ὄφιν ἐπάτησε, ῥητόρων τὴν γνῶσιν καταπτύσασα.
Μεγαλυνάριον
Νύμφη τοῦ Σωτῆρος πανευκλεής, αἴγλῃ παρθενίας,καὶ σοφίας τῇ καλλονῇ, καὶ μαρτύρων ἄθλοις, λαμπρῶς πεποικιλμένη,Αἰκατερίνα ὤφθης ὡς καλλιπάρθενος.
Πηγή: Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Όρους Σινά
Τελευταία Ενημέρωση: 8 Μαρτίου 2026
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

















